Ήταν ομολογουμένως ένα δημοσίευμα που προκάλεσε αίσθηση. Η Frankfurter Allgemeine Zeitung ασκούσε κριτική στο μνημόνιο συνεργασίας που υπέγραψαν ο έλληνας ΥΠΕΞ με τον κινέζο ομόλογό του στο Πεκίνο στις 28 Αυγούστου, με το σκεπτικό ότι η Ελλάδα με αυτή την κίνηση έσπαγε την «ευρωπαϊκή γραμμή» και ουσιαστικά ετοιμαζόταν να προσχωρήσει στη στρατηγική «μία ζώνη – ένας δρόμος» της Κίνας, γνωστή και ως ο «νέος δρόμος του μεταξιού».

Άλλωστε, ήταν ο ίδιος ο Νίκος Κοτζιάς που δήλωσε στις 27 Αυγούστου ότι «υποστηρίζουμε πλήρως την πρωτοβουλία της Κίνας «Μία Ζώνη/ Ένας Δρόμος» (OBOR) που δημιουργεί ένα μεγάλο δίκτυο υποδομών στον κόσμο. Αποτελεί παράδοση για την Κίνα να αναλαμβάνει μεγάλα έργα για το κοινό καλό της ανθρωπότητας.»

Από την άλλη, η «κοινή στάση» των ευρωπαίων στην οποία αναφέρεται η FAZ είναι η κοινή έκθεση των 27 από τους 28 πρέσβεις των χωρών-μελών της ΕΕ στον Πεκίνο και η οποία είχε διαρρεύσει τον περασμένο Απρίλιο στη Γερμανική Handelsblatt.

Σε αυτή την έκθεση όντως οι ευρωπαίοι διπλωμάτες εκτιμούσαν ότι οι κινεζικές πρωτοβουλίες για τους «νέους δρόμους του μεταξιού» κινούνται αντίθετα προς την ευρωπαϊκή αντίληψη για την απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου. Υποστήριζαν ότι με την πρωτοβουλία αυτή η κινεζική ηγεσία επεδίωκε και «εγχώριους πολιτικούς σκοπούς όπως ο περιορισμός του πλεονάζοντος παραγωγικού δυναμικού, η δημιουργία νέων εξαγωγικών αγορών και η εξασφάλιση πρόσβασης σε πρώτες ύλες». Παράλληλα, υπογράμμιζαν ότι δεν εξασφαλίζονταν η διαφάνεια ως προς τις δημόσιες προμήθειες και τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά πρότυπα που θέτει η Ευρώπη.

Ανάλογο τόνο είχε και κείμενο διαβούλευσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ύπατης Εκπροσώπου για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ πάνω στη στρατηγική της σύνδεσης της Ευρώπης με την Ασία που χωρίς να κατονομάζει την Κίνα είχε επιφυλάξεις για «διμερείς πρωτοβουλίες» που «εγείρουν ανησυχίες για την περιβαλλοντική, κοινωνική και δημοσιονομική βιωσιμότητα» αλλά και συμβάλλουν στην αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή της Ευρασίας.

Ανάλογες ανησυχίες είχαν εκφραστεί και από τη γερμανική κυβέρνηση αλλά και τα γερμανικά εμπορικά επιμελητήρια, ενώ σκοπός της όλης επεξεργασίας ήταν  μια εναλλακτική μορφή διασύνδεσης ανάμεσα σε Ευρώπη και Ασία.

 

Οι ευρωπαϊκοί φόβοι

Παρότι σχεδόν οποιαδήποτε μεγάλης κλίμακας πρωτοβουλία στο διεθνές οικονομικό επίπεδο θα μπορούσε να περιγραφεί ως προσπάθεια για «περιορισμό του πλεονάζοντος παραγωγικού δυναμικού, δημιουργία νέων εξαγωγικών αγορών και εξασφάλιση πρόσβασης σε πρώτες ύλες», είναι προφανές ότι οι ευρωπαίοι έχουν συγκεκριμένες ανησυχίες για το πόσο ισότιμα θα μοιραστούν τα οφέλη, παρά την κινεζική ρητορική ότι λίγο πολύ όλοι στο τέλος θα βγουν κερδισμένοι.

Ειδικότερα, αυτό που απασχολεί είναι τόσο το ενδεχόμενο να κατακλυστούν από κινεζικές εισαγωγές ή κινεζικές εταιρείες να πάρουν το μερίδιο του λέοντος από τα έργα και τις επενδύσεις που σχετίζονται με τον «νέο δρόμο του μεταξιού». Επιπλέον, υπάρχει το ανοιχτό ερώτημα για το εάν και σε ποιο βαθμό οι ίδιοι οι κινέζοι θα ανοίξουν στον ίδιο βαθμό την κινεζική αγορά σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και για εξαγωγές και για επενδύσεις.

 

Κανείς δεν θέλει να χάσει την Κίνα αλλά και κανείς δεν θέλει να βρεθεί σε υποτελή θέση

Την ίδια στιγμή, καμιά ευρωπαϊκή χώρα δεν θέλει να χάσει την οικονομική συνεργασία με την Κίνα. Άλλωστε, η σημαντική παγκόσμια οικονομική παρουσία της Κίνας, συμπεριλαμβανομένων των κινεζικών επενδύσεων στο εξωτερικό αλλά και της μαζικής παρουσίας τους στις αγορές αξιών, αποτελεί μόνιμο γνώρισμα της παγκόσμιας οικονομίας εδώ και καιρό.

Όσα και εάν είναι τα εμπόδια που μπορούν να συναντούν, οι ευρωπαίοι έχουν τεράστια ανάγκη να αποκτήσουν πρόσβαση στην πολύ μεγάλη κινεζική αγορά, σε μια συγκυρία όπου οι οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές στην Κίνα σημαίνουν και σημαντική αναβάθμιση της εσωτερικής της ζήτησης.

Αυτό που θα ήθελαν, όμως, θα ήταν να αποφύγουν να δουν μορφές «ηγεμονισμού» μέσα στην όλη διεργασία.

Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι μπορεί να είχαμε εκθέσεις σαν κι αυτή των διπλωματών, αλλά είχαμε και δηλώσεις σαν κι αυτές του Μακρόν στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Κίνα που ναι μεν μίλησε θετικά για τη στρατηγική «μία ζώνη – ένας δρόμος» αλλά και υπογράμμισε ότι «οι παλιοί δρόμοι του μεταξιού δεν ήταν ποτέ μόνο κινεζικοί» και έσπευσε να κάνει σαφές ότι οι δρόμοι αυτοί «δεν μπορούν να είναι μιας νέας ηγεμονίας που θα μεταμόρφωνες αυτούς που τους διασχίζουν σε υποτελείς».

Αυτό έχει οδηγήσει και σε ορισμένες συμβολικές (και όχι  μόνο) κινήσεις. Ούτε ο Μακρόν ούτε η Τερέζα Μέι δέχτηκαν να υπογράψουν κάποιο «μνημόνιο συνεργασίας» που θα σηματοδοτούσε την επίσημη υποστήριξη του «νέου δρόμου του μεταξιού», παρά τις εκτεταμένες συναλλαγές που έχουν σε διάφορα επίπεδα οι χώρες τους. Αυτό μπορεί να εξηγήσει συνολικά την απροθυμία να υπογραφεί κάποια πιο δεσμευτική συμφωνία ανάμεσα στην ΕΕ και την Κίνα ως προς τις οικονομικές διασυνδέσεις.

 

Η σημασία των ελληνοκινεζικών σχέσεων

Το δημοσίευμα της FAZ δεν παραλείπει να υπογραμμίσει ότι «η Ελλάδα είχε υποχωρήσει και στο παρελθόν στις κινεζικές διαθέσεις. Η Αθήνα απέτρεψε τον Ιούνιο του 2017 μια κοινή δήλωση της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κίνα ενώπιον του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Επίσης, συνέβαλε το 2015 στην αποδυνάμωση μιας τοποθέτησης της ΕΕ σχετικά με τις κινεζικές αξιώσεις στην Νοτιοκινεζική Θάλασσα. Η Ελλάδα έχει επωφεληθεί περισσότερο από πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη από τη συνεργασία με την Κίνα»,

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι άλλες χώρες έχουν επωφεληθεί πολύ περισσότερο από τις κινεζικές επενδύσεις. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι με βάση στοιχεία του Bloomberg η Κίνα στη δεκαετία του 2008-2018 έχει επενδύσεις ή αγορές στην Ευρώπη περίπου 318 δισεκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων μόνο 2,12 δισεκατομμύρια αφορούν την Ελλάδα, την ώρα που για την Ιταλία έχουμε πάνω από 31 δισεκατομμύρια ευρώ, για τη Γερμανία πάνω από 20 δισεκατομμύρια ευρώ και για την Βρετανία πάνω από 70 δισεκατομμύρια ευρώ.

Όμως, είναι προφανές ότι για μια χώρα όπως η Ελλάδα η κινεζική παρουσία αποκτά ξεχωριστή σημασία, στο βαθμό που όχι μόνο η τωρινή κυβέρνηση, αλλά και οι προηγούμενες, επένδυσαν ιδιαίτερα στο να γίνει η Ελλάδα κόμβος των κινεζικών σχεδιασμών, προσπερνώντας ακόμη και τις όποιες αντιρρήσεις μπορεί να υπήρχαν για τα εργοδοτικά ή επιχειρηματικά ήθη μπορεί να έφερναν μαζί τους αυτές οι επενδύσεις.

Με τα λόγια του ίδιου του έλληνα ΥΠΕΞ στις 28 Αυγούστου στο Πεκίνο: «Οι κινέζικες επενδύσεις με κορυφαία εκείνη στο Λιμάνι του Πειραιά από την Cosco, η ανάπτυξη του εμπορίου, όπου νομίζω τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα μπορούν να προωθηθούν πολύ πιο οργανωμένα στην Κίνα, η ανταλλαγή τεχνολογίας και η συνεργασία ανάμεσα σε νέες εταιρείες, η ναυτιλία όπου η Ελλάδα είναι μία από τις ισχυρότερες χώρες στον κόσμο με μεγάλη παράδοση και ο τουρισμός είναι μερικοί από τους τομείς παραπέρα ανάπτυξης των σχέσεων των δύο κρατών μας.»

Με την Ελλάδα να έχει μόλις βγει, τυπικά τουλάχιστον, από τα μνημόνια και ακόμη να μην φυσάει κάποιος ιδιαίτερος επενδυτικός άνεμος, είναι προφανές ότι η κυβέρνηση επενδύει στις ελληνοκινεζικές σχέσεις, ακόμη και εάν έρχεται εν μέρει σε αντίθεση με μια «ευρωπαϊκή γραμμή» που άλλωστε απέχει ακόμη αρκετά και από το να είναι ενιαία και από το να είναι σαφής.

Ο ίδιος πάντως ο Νίκος Κοτζιάς φαίνεται ότι οραματίζεται έναν πιο καθοριστικό ρόλο της Ελλάδας στις ευρωκινεζικές σχέσεις.

«Η Ελλάδα ανήκει σε μια μεγάλη δύναμη, όπως είναι η ΕΕ. Δεν έχει τους ανταγωνισμούς με την Κίνα που έχουν ορισμένοι ισχυροί στην ΕΕ. Επιπλέον χάρη στην αίσθηση που έχει για την ιστορία, μπορεί και επιδιώκει να μεσολαβεί ανάμεσα στην ΕΕ ως σύνολο και την ΛΔ της Κίνας. Είναι ο καλύτερος και πιο παλιός φίλος της σε αυτήν», υπογράμμισε ο έλληνας ΥΠΕΞ, για να συμπληρώσει ότι η Ελλάδα «είναι η χώρα που μπορεί να βοηθήσει, και βοηθά στην αλληλοκατανόηση ανάμεσα σε δύο κόσμους που εκσυγχρονίστηκαν και οφείλουν να εκσυγχρονιστούν ακόμα περισσότερο».