Η ετήσια παρουσία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ έχει κάνει τον ετήσιο πολιτικό κύκλο στην Ελλάδα να συμπίπτει λίγο με τον σχολικό. Έτσι έχουμε καταλήξει να θεωρούμε τον Σεπτέμβριο εκκίνηση του εκάστοτε νέου κύκλου του κυβερνητικού έργου.

Η αλήθεια είναι ότι αυτό έχει και θεσμική βάση, ιδίως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τη στιγμή που μέσα στη γενικευμένη επιτήρηση των εθνικών οικονομιών, από νωρίς το φθινόπωρο ξεκινά η διαδικασία κατάρτισης των προϋπολογισμών που ορίζουν και την οικονομική πολιτική της επόμενης χρονιάς.

Ίσως και να είναι απλά το γεγονός ότι η καλοκαιρινή ανάπαυλα αποφορτίζει από τυχόν προηγούμενες εντάσεις και επιτρέπει την προετοιμασία της επόμενης περιόδου.

 

Το αφήγημα της «καθαρής εξόδου»

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι αλήθεια ότι είχε έναν διαφορετικό σχεδιασμό για τα επόμενα βήματα. Η βασική επένδυση ήταν ο πανηγυρισμός για την «έξοδο από τα μνημόνια» σε συνδυασμό με κάποιου είδους μέτρα που θα ανακούφιζαν κάποιες κατηγορίες του πληθυσμού.

Υπήρχε, βέβαια, το πρόβλημα ότι από πολύ νωρίς έγινε αντιληπτό ότι δεν μπορούσε να περάσει το βασικό αίτημα της κυβέρνησης που ήταν η αναστολή της εφαρμογής της ρύθμισης για τη μείωση των συντάξεων με επίκληση της μεγάλης αύξησης των πλεονασμάτων του ΕΦΚΑ.

Όμως, ακόμη και έτσι η κυβέρνηση ήλπιζε ότι θα μπορούσε να έδινε κάποια εφάπαξ παροχή, «κλείνοντας το μάτι» ταυτόχρονα ότι αυτό θα μπορούσε να παγιωθεί. Προϋπόθεση όλων αυτών να δικαιωθούν οι εκτιμήσεις για μεγάλο φετινό υπερπλεονάσμα που θα επέτρεπε επιπλέον μέτρα πέραν των φοροαπαλλαγών που έχουν ήδη ακουστεί.

Τώρα, όμως, τα σχέδια αναπροσαρμόζονται με βάση και τις εξελίξεις.

 

Η πρόκληση της επόμενης μέρας των πυρκαγιών

Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι έχει πολιτικό κόστος από την τραγωδία στην Ανατολική Αττική. Η εικόνα ότι δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει στοιχειώδη προστασία της ζωής τόσων ανθρώπων, η έλλειψη συντονισμού των υπηρεσιών, αλλά και η κυνική προσπάθεια να αποφύγουν την πραγματική ανάληψη ευθύνης, σε συνδυασμό με δημόσιες παρουσίες όπως αυτή του Παύλου Πολάκη ή της Ελένης Αυλωνίτου, δημιούργησαν αρνητική εικόνα σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι το στοίχημα της άμεσης αντιμετώπισης το έχασε. Γι’ αυτό και ρίχνει το βάρος στην εικόνα γρήγορης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης των επιπτώσεων και της αποκατάστασης των πολλαπλών τραυμάτων από την καταστροφή.

Τα σχετικά υψηλά ποσά άμεσης βοήθειας που ανακοινώθηκαν, τα επίσης σχετικά υψηλά ποσά για τις αποζημιώσεις των σπιτιών που καταστράφηκαν, οι εξαγγελίες για κατεδαφίσεις αυθαιρέτων αλλά και για επιτάχυνση των διαδικασιών με τους δασικούς χάρτες και την πολεοδόμηση, οι δεσμεύσεις για αυξημένους πόρους από το Πράσινο Ταμείο (με αύξηση της είσπραξης από το 2,5% των διαθεσίμων στο 5%), οι προτάσεις για την ριζική αναδιοργάνωση της Πολιτικής Προστασίας, σε αυτό αποσκοπούν.

Ο στόχος είναι να δοθεί η εικόνα μιας κυβέρνησης που «παίρνει μαθήματα» από την καταστροφή, κάνει «τομές», προχωράει να κάνει όσα «δεν τόλμησαν οι προηγούμενοι», κινητοποιείται και ενεργοποιείται στο πλευρό του πολίτη και λύνει προβλήματα.

Είναι, έστω και με πιο αρνητική αφετηρία λόγω των μεγάλων ανεπαρκειών τις πρώτες μέρες και της προβληματικής επικοινωνιακής πολιτικής, ουσιαστικά στον ΣΥΡΙΖΑ προσπαθούν να κάνουν ό,τι και το ΠΑΣΟΚ υπό τον Κ. Σημίτη το 1999 που κατάφερε τελικά να πιστωθεί τη σχετική αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση του μεγάλου σεισμού της Αθήνας.

 

Ο ανασχηματισμός και τα όριά του

Παρότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι σε αυτό το θέμα στον αντίποδα του Ανδρέα Παπανδρέου που ήταν «μετρ» στο να χρησιμοποιεί τους ανασχηματισμούς ως μέσο αλλαγής της πολιτικής ατζέντας, αυτή τη φορά ο πρωθυπουργός καλείται να κάνει όντως «σαρωτικό ανασχηματισμό».

Στις επιλογές που θα κάνει δεν θα μετρήσει μόνο η ανάγκη να απαντήσει στα υπαρκτά κενά και προβλήματα που φάνηκαν στην περίπτωση των πυρκαγιών, αλλά και η προσπάθεια να δείξει ότι μπορεί να κάνει «αλλαγή σελίδα».

Βέβαια, τόσο κοντά σε προεκλογική περίοδο δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι το όποιο νέο σχήμα θα μπορέσει να αποδώσει και να φέρει απτά αποτελέσματα, μετρήσιμα με εκλογικούς όρους.

Από την άλλη μεριά η αλλαγή που θέλει να κάνει σε επίπεδο εικόνας, δηλαδή η ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στους νεώτερους υπουργούς για να μπορέσει να υποστηρίξει μια λογική κυβέρνησης «που δεν είναι σαν τις άλλες», θα πρέπει να συνδυαστούν και με ζητήματα όπως η ανάγκη μηνυμάτων σταθερότητας προς τους «θεσμούς».

Την ίδια στιγμή, φθορά στην πραγματικότητα είχαν και ορισμένοι από τους «νέους», με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το κόστος που έχει η έκθεση του Δ. Τζανακόπουλου στην περίοδο των πυρκαγιών.

 

Η πρόκληση της ΔΕΘ

Στη φετινή ΔΕΘ ο πρωθυπουργός θα πάει σε μια αρκετά πιεστική συνθήκη.

Καταρχάς, η ΔΕΘ θα επαναφέρει το «Μακεδονικό» στο προσκήνιο. Τα συλλαλητήρια που θα πραγματοποιηθούν, την ώρα που στη γειτονική χώρα θα κορυφώνεται η προεκλογική εκστρατεία για το δημοψήφισμα, θα επαναφέρουν το άγχος για το πολιτικό κόστος, ενώ θα αναζωπυρώσουν και τη συζήτηση για το πώς θα αντιμετωπίσει ο πρωθυπουργός το ζήτημα της εσωτερικής συνοχής του κυβερνητικού συνασπισμού, με δεδομένη την επιμονή του Πάνου Καμμένου σε αρνητική ψήφο όποτε η συμφωνία έρθει στη Βουλή.

Έπειτα, ο πρωθυπουργός θα πρέπει να παρουσιάσει ένα πιο πειστικό αφήγημα από την «έξοδο από τα μνημόνια», ιδίως από τη στιγμή που με τη συνεχιζόμενη αναταραχή στις διεθνείς αγορές ομολόγων και τα ανοιχτά ερωτήματα για τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, προς το παρόν αναβάλλεται και η «έξοδος στις αγορές».

Όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα θα είναι να παρουσιάσει ένα «κοινωνικό προφίλ» μόνο με τα όποια μέτρα ανακοινώσει για τα υπερπλεονάσματα, ιδίως από τη στιγμή που την πλήρη εικόνα σε σχέση με την εκτέλεση του προϋπολογισμού θα την έχει τον Νοέμβριο.

Και αυτό γιατί θα είναι πολύ δύσκολο για την κυβέρνηση να ανακοινώσει σε αυτή τη φάση οτιδήποτε τελικό για το θέμα των συντάξεων, όταν κοινοβούλια όπως αυτά της Γερμανίας, η ΕΚΤ και το ΔΝΤ έχουν κάνει σαφές ότι μη εφαρμογή ήδη ψηφισμένων μέτρων δεν πρόκειται να γίνει δεκτή.

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι σε αντίθεση με τις δηλώσεις που κάνουν οι υπουργοί κατά καιρούς, το τι θα πει ο πρωθυπουργός της χώρας αποκτά άλλη βαρύτητα και αυτό θα είναι και ένα από τα σημεία κλειδιά για γίνει κατανοητή η πορεία που θα ακολουθηθεί.

Εάν για παράδειγμα ο πρωθυπουργός επικυρώσει την επιδίωξη αναστολής της μείωσης των συντάξεων, τότε είναι σαφές ότι πάμε σε σύγκρουση με τους «θεσμούς» και πιθανώς αυτό να είναι και ένα πρόσχημα επιτάχυνσης πολιτικών και εκλογικών εξελίξεων.

Εάν πάλι ο πρωθυπουργός προσπεράσει το ζήτημα των συντάξεων και μείνει στα κοινωνικά μέτρα του υπερπλεονάσματος, τότε γίνεται σαφές ότι η κυβέρνηση θα πάει με πιο «μετρημένο» κοινωνικό προφίλ, επιδιώκοντας να αντισταθμίσει τη μείωση των συντάξεων με τα άλλα μέτρα.

Υπάρχει επίσης το ανοιχτό ερώτημα μέσα στην κυβέρνηση εάν τα όποια μέτρα του υπερπλεονάσματος θα πάνε σε άμεσες «χειροπιαστές» κοινωνικές παροχές ή εάν αντίθετα θα προκριθεί η πιο πάγια ενίσχυση κλάδων όπως η Υγεία ή η Παιδεία, ή σε ενδεχόμενους διορισμούς.

Αυτό το στοιχείο θα επικαθοριστεί και από τους ιδιαίτερους σχεδιασμούς κάθε υπουργού σε μια προεκλογική χρονιά όπου όλο και περισσότερο ρόλο θα παίζουν και οι «ατομικές στρατηγικές».

 

Φυγή προς τα εμπρός τη συνταγματική αναθεώρηση;

Ένα άλλο ερώτημα αφορά το εάν και κατά πόσο η κυβέρνηση θα δοκιμάσει να κάνει μια ιδιότυπη «φυγή προς τα εμπρός» με τη συνταγματική αναθεώρηση.

Παρότι εξαγγέλθηκε με ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο, στην πραγματικότητα ο διάλογος για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν πήρε ποτέ ιδιαίτερα μεγάλη έκταση.

Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ που σκέφτονται ότι μια αναθέρμανση της σχετικής συζήτησης θα μπορούσε να συνέβαλε στην αλλαγή της ατζέντας και κυρίως στην επαναδιεκδίκηση μιας «προοδευτικής» φυσιογνωμίας εκτιμώντας ότι όπως φάνηκε και από προηγούμενες στιγμές η ΝΔ σήμερα θα παρέμεινε «δέσμια συντηρητικών αντιλήψεων».

 

Τι σκέπτεται πραγματικά η κοινωνία;

Όμως, η πραγματική αγωνία των κυβερνητικών στελεχών είναι εάν τελικά όλα αυτά πραγματικά θα περάσουν στην κοινωνία και με ποιο τρόπο. Με την παραδοσιακή ορολογία είναι το «τι συζητιέται στα καφενεία» (έστω και εάν σήμερα πολύ πιο σημαντικά είναι τα trends στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης).

Εδώ τα μηνύματα δεν είναι αισιόδοξα. Μπορεί η κυβέρνηση να κατηγορεί την αντιπολίτευση και τα «μη φίλια» ΜΜΕ για fake news, όμως η πραγματικότητα είναι ότι από τη μείωση των συντάξεων μέχρι την αγωνία για την αύξηση του ΦΠΑ, η κοινωνία αισθάνεται πιο ανασφαλής.

Ακόμη και θετικές εξελίξεις όπως η αποκλιμάκωση της ανεργίας δεν είναι βέβαιο ότι πιστώνονται με έναν άμεσο τρόπο στα θετικά της κυβέρνησης. Πιο πολλοί άνθρωποι είναι έτοιμοι να πιστέψουν ότι απλώς αλλάζει το κλίμα ή ότι οι ίδιοι προσπάθησαν περισσότερο και βρήκαν δουλειά, παρά να χαιρετήσουν τη μία ή την άλλη κυβερνητική εξαγγελία.

Την ίδια στιγμή σε πείσμα της κυβερνητικής προσπάθειας να πει ότι ένα κλίμα δυσαρέσκειας είναι κατασκεύασμα των ΜΜΕ η πραγματικότητα είναι ότι και το Μακεδονικό και ακόμη περισσότερο τα προβλήματα στην κυβερνητική παρουσία στο μέτωπο των πυρκαγιών είχαν αρνητικό αντίκτυπο και κατέστησαν την εκλογική μάχη ακόμη πιο δύσκολη.

 

Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να γυρίσει το κλίμα;

Είναι αλήθεια ότι ο πρωθυπουργός υπήρξε για μεγάλο διάστημα το μεγάλο «επικοινωνιακό χαρτί» της κυβέρνησης. Μπορεί να μην  είχε πολύ μεγάλα ποσοστά θετικής αποδοχής (όπως και κανένας πολιτικός αρχηγός…), είχε όμως πάντα ικανότητα να έχει απήχηση στο κοινό του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως να το πείθει για το εκάστοτε «αφήγημα». Κορυφαία στιγμή του από αυτή την άποψη οι εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 όταν συμπαρέσυρε το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ στη λογική «δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς» και κέρδισε τις εκλογές.

Τώρα για πρώτη φορά μεγάλη φθορά υφίσταται και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, εισπράττοντας μεγαλύτερο κόστος σε σχέση με παλαιότερα.

Στην κυβέρνηση προσπαθούν να απαντήσουν σε αυτό με το να τον βγάλουν μπροστά πλέον όχι σε ρόλο απολογητή των λαθών, αλλά του «υπεύθυνου ηγέτη» που χαράσσει τη στρατηγική της επόμενης μέρας.

Αυτό θα είναι και το βαρύ φορτίο που θα έχει στη ΔΕΘ. Μένει να δούμε εάν θα μπορέσει και να το σηκώσει.