Ήταν ένα συναρπαστικό Μουντιάλ. Συναρπαστικό για τις ανατροπές, συναρπαστικό κι επειδή κατάφερε να ξεκινήσει μια πολιτική συζήτηση που ακόμα δεν έχει τελειώσει. Οι ποδοσφαιρόφιλοι (ή, έστω, οι μη πολιτικά συγκροτημένοι ποδοσφαιρόφιλοι) έδωσαν έμφαση στην τεχνική. Οι υπόλοιποι, σαφώς ποδοσφαιρόφιλοι και εκείνοι, έσκυψαν πιο προσεκτικά το κεφάλι τους πάνω από τις εθνικές ομάδες, υποστηρίζοντάς τες με κοινωνικά κριτήρια. Ο Τελικός ήταν εντυπωσιακός, είχε καταπληκτικά γκολ, είχε δυνατό παιχνίδι, παίχτηκε από δύο ομάδες στις οποίες μόνο ελάχιστοι πόνταραν (αν το έκαναν) εξαρχής. Και φούντωσε την πολιτική συζήτηση σε μία περίοδο που η Ευρώπη βράζει.

Πολλοί φίλαθλοι ισχυρίστηκαν ότι το Μουντιάλ εξελίχθηκε σε ευρωπαϊκή υπόθεση εξαιρετικά νωρίς, με τα μεγάλα λατινοαμερικάνικα φαβορί να αποκλείονται από την διοργάνωση πολύ πριν… την ώρα τους. Οι ευρωπαϊκές ομάδες που παρέμειναν, τα αουτσάιντερ, οι λιγότερο πιθανοί νικητές, είχαν και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα: Οι δύο από τις καλύτερες ομάδες της διοργάνωσης ήταν πολυπολιτισμικές, χαρίζοντας μερικές από τις καλύτερες ποδοσφαιρικές προσωπικότητες, οι οποίες ήταν παιδιά μεταναστών.

Σαν την Ευρώπη, δηλαδή. Ο κόσμος που αλλάζει, αλλάζει και τις εθνικές ομάδες. Η πολιτική ένταξης μεταναστών (των προηγούμενων ετών) της Γαλλίας και τους Βελγίου, για παράδειγμα, πλούτισε τις εθνικές ομάδες με παίκτες προερχόμενους είτε από τις πρτώην αποικίες, είτε από μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς. Για την ακρίβεια, η πλειοψηφία του ρόστερ της νικήτριας Γαλλίας στο συντριπτικό ποσοστό του 78,3% προέρχεται από παιδφιά μεταναστών. Το ίδιο ισχύει και για την εθνική ομάδα του Βελγίου κι αν όχι στους ίδιους απόλυτους αριθμούς, τότε σίγουρα με την ίδια νοοτροπία.

Αντιθέτως, η εθνική ομάδα της Κροατίας, η οποία ήταν το απόλυτο αουτσάιντερ της διοργάνωσης και χάρισε στο φίλαθλο κοινό την ευκαιρία να θαυμάσει τον σπουδαίο Μόντριτς, δεν έχει να επιδείξει αντίστοιχα χαρακτηριστικά. Μάλλον, έχει να αντιμετωπίσει τα χειρότερα αντίθετα: Τόσο μερίδα των παικτών, όσο και της κερκίδας κατηγορήθηκαν για εθνικιστικές, ρατσιστικές, ακόμα και φιλοναζιστικές αντιλήψεις.

Έτσι, η σύγκριση και η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτες. Η μάχη του Τελικού απέκτησε ιδεολογικά χαρακτηριστικά: Η ομάδα των Μεταναστών απέναντι σε μια ομάδα με ρατσιστικές αποχρώσεις.

Η Ευρώπη των προσφύγων

Αυτή η τρομερά δύσκολη πολιτική συγκυρία στην οποία βρίσκεται η Ευρώπη, με το προσφυγικό να έχει αναμοχλεύσει τα αντανακλαστικά επιτρέποντας στον ρατσισμό να κάνει συντονισμένες επιθέσεις, το ποδόσφαιρο ίσως και να αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα αρμονικής συμβίωσης. Είναι δεκαετίες τώρα που οι Σύλλογοι συμπεριλαμβάνουν στα ρόστερ των ομάδων παίκτες από άλλες χώρες και είναι –επίσης- δεκαετίες τώρα που γίνονται ρατσιστικές επιθέσεις από την κερκίδα προς τους παίκτες αυτούς. Μέσα στα χρόνια οι επιθέσεις μειώνονται, αλλά δεν έχουν πάψει. Ωστόσο, το γεγονός ότι η κερκίδα οφείλει να αποδεχτεί και ακόμα και να λατρέψεις παίκτες μαύρους, μουσουλμάνους, κλπ. είναι από μόνο του μια διαδικασία μετατόπισης.

Στο Μουντιάλ είδαμε με ενδιαφέρον το ίδιο πράγμα, αλλά αυτήν την φορά παρακολουθώντας εθνικές ομάδες. Όσο κι αν προσπαθήσαμε να παραβλέψουμε την πολιτική διάσταση του ποδοσφαίρου, χρησιμοποιώντας ακόμα και το πρόσχημα «του καλού του αθλήματος», η νίκη της Γαλλίας, που ήταν φαβορί, χρωματίστηκε έντονα από το επιχείρημα του πολυπολιτισμικού της ρόστερ: Σε μια Ευρώπη που υψώνει φράχτες στα σύνορα και πνίγει πρόσφυγες στη Μεσόγειο, κέρδισε μια ομάδα Μεταναστών. Και γι’ αυτό κατέληξε να συγκεντρώνει ένθερμους υποστηρικτές, χωρίς αυτό να αποτελεί έκπτωση στην -ας πούμε- αθλητική, τεχνική ουσία του πράγματος.

Κι ίσως η νίκη της Κροατίας να ήταν αυτό που λέμε «μεγάλη στιγμή», εφόσον επρόκειτο για μία χώρα χωρίς αντίστοιχα σπουδαία ποδοσφαιρική παράδοση και για μία εθνική ομάδα που δεν είχε ξαναφτάσει στον Τελικό του Μουντιάλ, αλλά γιατί τελικά να αποτελούσε η πιθανή της νίκη μια νίκη για το καλό του ποδοσφαίρου; Εκτός κι αν το ποδόσφαιρο δεν είναι και η κοινωνική του διάσταση, αλλά μόνο η επαγγελματική.

 

Ποδόσφαιρο και κοινωνία

Μια γρήγορη ματιά ακόμα και στις λατινοαμερικάνικες ομάδες είναι αρκετή για να ξεκινήσει κοινωνιολογικές συζητήσεις: Οι σπουδαιότεροι παίκτες που κατάγονται από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής (και που αξίζει να σημειωθεί ότι οι ίδιες χώρες κατέχουν το ρεκόρ των ιστορικά καλύτερων παικτών στον κόσμο), παίζουν στην συντριπτική πλειοψηφία τους σε ευρωπαϊκές ομάδες. Μάλιστα, αν και παγκοσμίως οι λατινοαμερικάνοι παίκτες θεωρούνται καλύτεροι, οι ευρωπαϊκοί Σύλλογοι παραμένουν οι πιο πλούσιοι και πιο διάσημοι παγκοσμίως.

Έτσι, βλέπουμε περιπτώσεις όπως εκείνη του Μέσσι, ο οποίος ωρίμασε ποδοσφαιρικά στις ακαδημίες της Μπαρτσελόνα, ή του Καβάνι που παίζει στην Παρί Σεν Ζερμέν κοκ. να μην έχουν καμία επί της ουσίας σχέση με το Λατινοαμερικάνικο ποδόσφαιρο, πέραν της συμμετοχής στις εθνικές τους ομάδες. Φαίνεται πως οι παίκτες των «ποδοσφαιρικών» αλλά πολύ φτωχών χωρών της Λατινικής Αμερικής «εξάγονται» στην Ευρώπη, η οποία μπορεί -στην πραγματικότητα- να τους αγοράσει. Κι αυτή η αντίθεση δεν είναι καθόλου μα καθόλου ποδοσφαιρική.

Είναι σχεδόν -και ευτυχώς, δηλαδή- αναπόφευκτο να αποκοπεί το ποδόσφαιρο από τα κοινωνικά και τα πολιτικά ζητήματα. Αυτά διαπερνούν την κοινωνία, αυτά διαπερνούν και την κερκίδα. Το γεγονός ότι οι φίλαθλοι σε αυτό το Μουντιάλ αποφάσισαν να επιλέξουν (και) με πολιτικά κριτήρια δείχνει ότι τα γήπεδα παραμένουν χώρος έκφρασης, όπως συμβαίνει με τους χώρους που χαρακτηρίζονται από τη μαζικότητα. Ακόμα και στο Μουντιάλ, που καλούμαστε να υποστηρίξουμε εθνικές ομάδες, φάνηκε ότι η πολιτική ήταν αδύνατο να μείνει εκτός της κουβέντας.

Ωστόσο, η κοινωνική εξέλιξη δεν σταματάει και έχει την ευγενή τάση να παρασέρνει μαζί της τα πάντα: Έτσι, φαίνεται ότι παρασέρνει και το ποδόσφαιρο, το μαζικότερο άθλημα του κόσμου. Τα επόμενα χρόνια, από την Ευρώπη της προσφυγικής κρίσης, των φραχτών και του ρατσισμού με τις ανοδικές τάσεις, θα ξεπηδήσουν εθνικές ομάδες γεμάτες παιδιά προσφύγων. Το αναπόφευκτο της πολυπολιτισμικότητας θα λέμε -ίσως- τότε.