Τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει σε παγκόσμια κλίμακα μια συζήτηση για τη βελτίωση της επικοινωνίας γιατρών και ασθενών, με απώτερο στόχο το βέλτιστο κάθε φορά θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Μάλιστα, πολλές χώρες έχουν ήδη σημειώσει πρόοδο στη κουβέντα αυτή, αλλάζοντας το κέντρο βάρους στο μοντέλο των συστημάτων Υγείας μετατρέποντάς τα από ιατροκεντρικά σε ασθενοκεντρικά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης θέσει ως στόχο την εφαρμογή ασθενοκεντρικών μοντέλων Υγείας στις χώρες-μέλη του, παρέχοντας την απαραίτητη τεχνογνωσία γι’ αυτή τη σημαντική μετατροπή.

Η άριστη επικοινωνία γιατρού – ασθενή αποτελεί κύρια συνισταμένη στο ασθενοκεντρικό μοντέλο, αφού κάνει τον τελευταίο ενεργό συμμέτοχο στη λήψη αποφάσεων σχετικών με την υγεία του.

Μάλιστα, η ανάπτυξη της ψηφιακής δημοσιογραφίας/επικοινωνίας έχει καταστήσει πλέον ευκολότερη την πρόσβαση στην κάθε φορά απαραίτητη πληροφορία, ώστε ο ασθενής να είναι σε θέση να υποβάλλει τις σωστές ερωτήσεις ώστε να λάβει τις κατάλληλες απαντήσεις από τον θεράποντα ιατρό του.

Βασική, φυσικά, προϋπόθεση είναι να μπορεί να διακρίνει ο ασθενής την ορθότητα της πληροφορίας, καθώς τα fake news κατακλύζουν και τον χώρο της ιατρικής ενημέρωσης, όταν η τελευταία δεν προέρχεται από επαγγελματία υγείας.

Οι γιατροί έχουν τις επικοινωνιακές δεξιότητες να αντιμετωπίσουν το «διαβασμένο» ασθενή;

Οι φημισμένες ιατρικές σχολές των ΗΠΑ έχουν εδώ και χρόνια ενταγμένα στο πρόγραμμα προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών τους μαθήματα επικοινωνίας, ακριβώς για να διασφαλίζουν ότι οι μελλοντικοί γιατροί θα είναι σε θέση να επικοινωνήσουν σωστά την ιατρική πληροφορία και να γίνουν κατανοητοί στους ασθενείς και τις οικογένειες τους, ώστε να ληφθούν από κοινού αποφάσεις με γνώμονα το καλύτερο θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Στην Ευρώπη επίσης έχει αρχίσει να παρατηρείται ένταξη μαθημάτων επικοινωνίας της ιατρικής πληροφορίας στις ιατρικές σχολές αρκετών δυτικών χωρών, όπως η Γερμανία, η Βρετανία και η Γαλλία. Στην Ελλάδα, ευρωπαϊκή έρευνα δείχνει ότι υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις στην κατάρτιση των επαγγελματιών υγείας στον τομέα των δεξιοτήτων επικοινωνίας.

Η μελέτη, που παρουσιάστηκε στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμπόσιο με θέμα «Επικοινωνία της Υγείας: Εκπαίδευση, προκλήσεις και δυνατότητες για τον Επαγγελματία Υγείας», που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Prolepsis, έγινε με τη συμμετοχή 702 επαγγελματιών υγείας (ιατροί, νοσηλευτές και εκπρόσωποι άλλων επαγγελμάτων του κλάδου) από την Ελλάδα, την Ισπανία, τη Κύπρο, τη Γερμανία και τη Πολωνία και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Ιταλία και Πορτογαλία.

Στην Ελλάδα, οι επαγγελματίες υγείας δηλώνουν σε ποσοστό μόλις 38,6% ότι έχουν λάβει σχετική εκπαίδευση στην επικοινωνία της υγείας (κυρίως κατά τη διάρκεια των σπουδών τους και αυτό σε εξαιρετικά περιορισμένο επίπεδο). Το αντίστοιχο ποσοστό στην Κύπρο είναι 72%, ενώ στη Γερμανία και την Ισπανία 66,7%. Περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες (54%) στην έρευνα δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν προβλήματα στην επικοινωνία με τους ασθενείς κατά τη διάρκεια της καθημερινής κλινικής πρακτικής, ενώ πολύ συχνά δηλώνει ότι συναντά προβλήματα το 10%.

Τα θέματα στα οποία οι γιατροί επιζητούν επιπλέον δεξιότητες και κατάρτιση είναι: η διαχείριση συναισθημάτων άγχους, απογοήτευσης ή φόβου των ασθενών και η ανακοίνωση δυσάρεστων νέων.

Επίσης, οι επαγγελματίες υγείας δηλώνουν ότι τα βασικότερα εμπόδια στην αποτελεσματική επικοινωνία τους με τους ασθενείς στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας είναι ο φόρτος εργασίας, η κόπωση, ο περιορισμένος χρόνος, τα γλωσσικά  εμπόδια και η έλλειψη κατάρτισης σε δεξιότητες επικοινωνίας. Είναι ενδεικτικό ότι 9 στους 10 δέκα επαγγελματίες υγείας θεωρούν απαραίτητη την εκπαίδευση σε αυτόν τον τομέα, ενώ ένας στους τέσσερις υποστηρίζει ότι η δυνατότητα κατάρτισης θα πρέπει να είναι συνεχής και να μην περιορίζεται στον βασικό κύκλο σπουδών.

Η εκστρατεία Med & Me του Ινστιτούτου Επικοινωνίας και Αλφαβητισμού στην Υγείας, που ξεκίνησε το 2017 έχει ως στόχο την προαγωγή της σχέσης γιατρού και ασθενή και τη συμμετοχή των ασθενών στην λήψη των αποφάσεων που τον αφορούν. Για τους σκοπούς της εκστρατείας έχει δημιουργηθεί η ιστοσελίδα Med&Me, όπου όλοι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν πολύτιμες πληροφορίες για την δόμηση μια ασθενοκεντρικής πολιτικής υγείας.

Το πρόγραμμα αποσκοπεί στην ενημέρωση τόσο των επαγγελματιών υγείας όσο και των ασθενών και των συγγενών τους αναφορικά με την καθοριστική επίδραση της αποτελεσματικής επικοινωνίας, στη βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων και κυρίως στην έκβαση του θεραπευτικού αποτελέσματος, παράλληλα με τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς, και τη μείωση των δικαστικών προσφυγών και της δυσαρέσκειας από το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης στην Ελλάδα.

Η ευθύνη του δημοσιογράφου ως διαύλου επικοινωνίας μεταξύ γιατρού και ασθενή

Ο Τζον Άικελμπουμ, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου McMaster του Καναδά μιλώντας πρόσφατα στο in.gr σχετικά με τον ρόλο της επικοινωνίας και τη σχέση ασθενούς, γιατρού και δημοσιογράφου είχε πει ότι «θα πρέπει να σκεφτούμε ευρύτερα την ευθύνη μας σαν κοινωνία και όχι να περιχαρακωθούμε στους ρόλους που ο καθείς εξ ημών κάθε φορά παίζει. Είναι γεγονός πως ποτέ σαν γιατρός δε θα έχω αρκετό χρόνο για να είμαι πάντα ενημερωμένος για όσα αφορούν στην ειδικότητά μου. Είναι παραδεκτό ότι οι γιατροί χρειαζόμαστε διαρκώς περισσότερη μόρφωση. Και αυτό μπορεί να γίνει με τη βοήθεια των ψηφιακών μέσων επικοινωνίας που με ένα κλικ δίνουν πρόσβαση σε αξιόπιστες πληροφορίες. Όμως, πρέπει και ο ασθενής και η κοινωνία ευρύτερα να απαιτήσει αξιόπιστη πληροφόρηση, σε επίπεδο που αυτή να γίνεται εύκολα κατανοητή από τα μη εξειδικευμένα κοινά. Αυτή η κοινωνική πίεση θα ωθήσει τα ΜΜΕ να συμπεριφερθούν πιο υπεύθυνα και να προστατεύσουν το πεδίο της ενημέρωσης από ψευδείς πληροφορίες και απόπειρας παραπλάνησης του κοινού με άγνωστα ή γνωστά κίνητρα. Όλοι εν τέλει πρέπει να εισφέρουμε ο καθένας περισσότερο στη δόμηση της αποτελεσματικής επικοινωνίας της πληροφορίας. Γιατί όσο καλύτερα ενημερωμένος είναι ένας ασθενής, τόσο καλύτερη η αλληλεπίδραση με τον γιατρό και έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες καλής συμμόρφωσης στη θεραπεία, άρα και η εξασφάλιση μιας ποιοτικής ζωής».

Η ενσυναίσθηση στο επίκεντρο της επικοινωνίας

Η ενσυναίσθηση αποκτά διεθνώς ολοένα και περισσότερο χώρο στην ιατρική πράξη και στη σχέση γιατρού-ασθενή. Φαίνεται δε ότι ίσως αποτελέσει την επόμενη επανάσταση στα συστήματα υγείας, αφού είναι βέβαιο ότι μέσω της ενσυναίσθησης δημιουργείται και εδραιώνεται «θεραπευτική συμμαχία» με τον ασθενή.

Με τον όρο «ενσυναίσθηση» ορίζεται η συναισθηματική ταύτιση με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου ατόμου, και η κατανόηση της συμπεριφοράς και των κινήτρων του.

Κι ενώ κάποιος θα φανταζόταν ότι η ενσυναίσθηση είναι αυτονόητη στη σχέση γιατρού-ασθενή, η ψυχολόγος Χριστίνα Καραπάνου με εξειδίκευση στις Διαπροσωπικές Σχέσεις και την Αυτό-Διαχείριση, σε πρόσφατο workshop για τη σχέση ασθενών-γιατρών-δημοσιογράφων, εξήγησε ότι «δυστυχώς οι γιατροί είναι εκπαιδευμένοι σε evidence based λογική, δηλαδή για όλα ζητούν επιστημονικά τεκμηριωμένες αποδείξεις, όπως στις κλινικές μελέτες, και εμείς οι επαγγελματίες της Ψυχικής Υγείας συχνά δυσκολευόμαστε να τους πείσουμε για την αποτελεσματικότητα πρακτικών επικοινωνίας που δεν μπορούν να μετρηθούν με ποσοτικούς όρους».

Ωστόσο, όπως είπε «είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι οι νέες γενιές γιατρών προσπαθούν να βρουν την ισορροπία μεταξύ αποστασιοποίησης για την ορθότερη εφαρμογή της Ιατρικής και της ενσυναίσθησης προσπαθώντας να κατανοήσουν τις ανησυχίες και τους φόβους των ασθενών και των οικογενειών τους».

Τέλος, αναφερόμενοι στους δημοσιογράφους η κ. Καραπάνου υπενθύμισε ότι πρέπει μέσα από τον ρόλο τους ως «αναμεταδότες πληροφοριών» να καλλιεργήσουν ή και να αναπτύξουν την ενσυναίσθηση ώστε να έχουν επίγνωση του αντίκτυπου της δουλειάς τους στις ζωές των ασθενών αλλά και στον ρόλο των γιατρών.

Τι θέλουν οι ασθενείς από γιατρούς και δημοσιογράφους

Τι θέλουν, όμως, πραγματικά οι ασθενείς ως οι πιο «ευαίσθητοι» κρίκοι της αλυσίδας επικοινωνίας από τους γιατρούς και τους δημοσιογράφους;

Όπως εξηγεί στο in.gr ο Λεωνίδας Φωτιάδης, δικηγόρος, γενικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Ασθενών, Γονέων, Κηδεμόνων και Φίλων Παιδιών με Ρευματικά Νοσήματα «ΡΕΥΜΑΖΗΝ» και πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Ασθενών με Αυτοάνοσα Ρευματικά Νοσήματα «ΑΚΕΣΩ», «η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των χρονίως πασχόντων και του γιατρού τους είναι μια σταθερή σχέση την οποία θα μπορούσε κάποιος να τη χαρακτηρίσει οικογενειακή. Όπως σε κάθε σχέση έτσι και αυτή γιατρού – ασθενούς επηρεάζεται και από εξωγενείς παράγοντες, ένα από τα οποία είναι οι δημοσιογράφοι και εν γένει τα ΜΜΕ.

Ένα από τα συχνότερα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η σχέση ασθενούς γιατρού είναι ότι δύσκολα κατανοεί ο ένας τον άλλον. Ο ασθενής εκφράζει τη δυσαρέσκειά του ότι ο γιατρός δεν κατανοεί τις ανάγκες του και μάλιστα του ζητά να συμμετάσχει σε ένα θεραπευτικό σχήμα το οποίο δεν είναι εξατομικευμένο και δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες του. Μία τέτοια χρόνια σχέση, είναι σημαντικό να δομείται με ειλικρίνεια και σε μια γλώσσα κατανοητή και από τα δύο μέρη. Ο γιατρός είναι σε θέση να εξηγήσει στον ασθενή με κατανοητούς όρους όλα όσα πρέπει ο ασθενής να γνωρίζει. Από την άλλη πλευρά ο ασθενής είναι σε θέση να επικοινωνήσει στον γιατρό του τις ανάγκες και απαιτήσεις που έχει, τα οποία σκιαγραφούν το μοναδικό προφίλ του. Τα οφέλη από μια τέτοια ουσιαστική επικοινωνία είναι πολλαπλά, με σημαντικότερο τη συναπόφαση γιατρού ασθενούς για το θεραπευτικό σχήμα που θα ακολουθηθεί αλλά και τη συμμόρφωση του ασθενούς σε αυτό.

Ένας παράγοντας που επηρεάζει αρκετά τη σχέση γιατρού ασθενούς πολλές φορές όχι εμφανώς είναι τα ΜΜΕ. Οι ασθενείς επιλέγουν τα ΜΜΕ για την ενημέρωσή τους σχετικά με τα νοσήματά τους, όμως παραπληροφορούνται κάτι το οποίο επιδρά αρνητικά στη σχέση τους με τον γιατρό. Αναπτύσσοντας οι δημοσιογράφοι μια σχέση με τους ασθενείς που την χαρακτηρίζει η ενσυναίσθηση και η κατανόηση της θέσης των τελευταίων, μπορούν να αναδείξουν με σωστό τρόπο τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών, προσφέροντας στην κοινότητα των χρονίως πασχόντων έγκυρη πληροφόρηση που στόχο θα έχει την άρτια ενημέρωση όλων η οποία θα βελτιώσει με τη σειρά της τη σχέση γιατρού ασθενούς.

Αυτή η τριγωνική σχέση γιατρών – ασθενών – δημοσιογράφων, όμως, μπορεί να αποδειχθεί πλήρως εποικοδομητική όταν οι σχέσεις που αναπτύσσονται στόχο έχουν την ουσιαστική επικοινωνία και των τριών».

Από τη πλευρά της η μουσικός Βάσω Ραφαέλα Βακουφτσή, από τον Σύλλογο Ατόμων με Νόσο Crohn και Ελκώδη Κολίτιδα Ελλάδας, αναφερόμενη στη σχέση γιατρού – ασθενή λέει ότι «η σχέση του γιατρού με τον ασθενή -ιδίως στα χρόνια νοσήματα- παίζει καταλυτικό ρολό στην πορεία του ασθενή. Μετά από τον ίδιο τον ασθενή, ο γιατρός είναι το δεύτερο επόμενο πρόσωπο που θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαχείριση του χρόνιου νοσήματος. Η καλή επικοινωνία ασθενή-γιατρού αποτυπώνεται ακόμα και στην πορεία της νόσου, αλλά και την ικανοποίηση του ασθενή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Οι ασθενείς χρειάζονται περισσότερες πληροφορίες για την ασθένεια τους και τις θεραπευτικές επιλογές, στήριξη ώστε να νιώσουν καλύτερα με τον εαυτό τους και το πρόβλημα της υγείας τους και θέλουν να νιώθουν ότι ο γιατρός ακούει πραγματικά όλες τις σκέψεις τους και τους προβληματισμούς τους. Το ιδανικό, λοιπόν, θα ήταν να πετύχουμε την καλή επικοινωνία μεταξύ ασθενών και γιατρών, μέσα σε ένα κλίμα αμοιβαίου σεβασμού, ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης. Προσωπικά, μπορώ να σας πω ότι δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το “θα αντιμετωπίσουμε οτιδήποτε προκύψει” που μου είπε η γιατρός μου, τη σιγουριά και την ασφάλεια που μου έδωσε αυτή της η φράση της και πλέον, μετά από κάποια χρόνια, αντιλαμβάνομαι και τον ρόλο που αυτή της η φράση έπαιξε στην έκβαση της νόσου μου και στη συμμόρφωση μου στη θεραπευτική αγωγή».

Ενώ σε ότι αφορά τις προσδοκίες των ασθενών από τους εκπροσώπους των ΜΜΕ η κ. Βακουφτσή σημειώνει ότι «τα ΜΜΕ αποτελούν την κύρια πηγή πληροφόρησης. Οι δημοσιογράφοι -και ειδικότερα οι δημοσιογράφοι υγείας- επιπλέον μπορούν να αποτελέσουν έναν σημαντικό συνεργάτη σε όλους όσους προσπαθούμε να ενημερώσουμε και να ευαισθητοποιήσουμε το κοινό γύρω από τις παθήσεις μας. Η παρουσία ευαισθητοποιημένων σε θέματα υγείας επαγγελματιών των ΜΜΕ συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση και του κοινού γύρω από θέματα υγείας. Όταν η πληροφορία διαδίδεται από τα ΜΜΕ με κατάλληλο τρόπο και παρουσιάζει την πραγματική διάσταση του θέματος, ενισχύει τον βαθμό ευαισθητοποίησης του κοινού και μπορεί να μετατραπεί ακόμα και σε κινητοποίηση για δράση.  Η ευαισθητοποίηση των δημοσιογράφων, συνεπώς, σε θέματα υγείας είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της διάδοσης της πληροφορίας, ιδίως τη στιγμή του η υγεία είναι ένα από τα βασικά θέματα που απασχολούν το κοινό. Τέλος, ας μην υποτιμήσουμε τον ρόλο που μπορούν να επιτελέσουν τα ΜΜΕ στην επικοινωνία μεταξύ των συλλόγων ασθενών και της πολιτικής ηγεσίας ή/και των κέντρων λήψης αποφάσεων. Εκεί τα ΜΜΕ μπορούν να «βοηθήσουν» τους ασθενείς να «ακουστούν»».

Τέλος, ο Γιώργος Τσιακαλάκης, υπεύθυνος Επικοινωνίας και Προάσπισης Δικαιωμάτων του Συλλόγου Οροθετικών Ελλάδος «Θετική Φωνή» εξηγεί ότι «στις περισσότερες περιπτώσεις οι άνθρωποι που ζουν με HIV αναπτύσσουν με τα χρόνια μία στενή σχέση με το γιατρό τους στις Μονάδες Λοιμώξεων όπου παρακολουθούνται. Παρά την υποβάθμιση που έχει υποστεί η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών του εθνικού συστήματος υγείας την τελευταία δεκαετία λόγω μείωσης των προϋπολογισμών, υποστελέχωσης και ανεπαρκών υποδομών, η σχέση αυτή έχει αποδειχθεί ένα ισχυρό ανάχωμα στην επιδείνωση των συνθηκών παρακολούθησης και θεραπείας των οροθετικών ατόμων. Γιατρός και ασθενής ακολουθούν μία κοινή πορεία με δυσκολίες, αντιξοότητες αλλά και με εμπιστοσύνη, κατανόηση και συμπαράσταση. Ανθρωποκεντρικό μοντέλο ιατρικής φροντίδας σημαίνει πως ο ασθενής λαμβάνει ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, έχει πρόσβαση σε ορθή και τεκμηριωμένη πληροφόρηση από το γιατρό του και άλλες πηγές και είναι κοινωνός και συμμέτοχος στις αποφάσεις για τη θεραπεία του. Καθίσταται επομένως προφανές ότι για να λειτουργήσει αυτό το τρίπτυχο απαιτείται όχι μόνο ο ασθενής να είναι ενδυναμωμένος, αλλά ταυτόχρονα ο γιατρός να έχει τη διάθεση, το χρόνο και το κατάλληλο υπόβαθρο προκειμένου να υπηρετήσει αυτό το ρόλο».

Ενώ σε ότι αφορά τη σχέση των ασθενών με τα ΜΜΕ λέει ότι «τα τελευταία χρόνια, οι σύλλογοι ασθενών έχουν κάνει αλματώδη βήματα μπροστά στο τρόπο και στην ένταση με τα οποία διεκδικούν την ικανοποίηση των δικαιωμάτων των ομάδων που εκπροσωπούν, την αύξηση της ορατότητάς τους στη δημόσια σφαίρα και τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για θέματα υγείας. Αξιοποιούν επιστημονικό προσωπικό και καταρτισμένα στελέχη, αρθρώνουν εμπεριστατωμένο δημόσιο λόγο, δικτυώνονται σε διεθνές επίπεδο, αποκτούν εμπειρία και τεχνογνωσία που μετουσιώνεται σε ενδυνάμωση του κινήματος. Σε αυτή την προσπάθεια, τα μέσα ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι μπορούν και πρέπει να είναι οι φυσικοί σύμμαχοι των συλλόγων ασθενών. Ωστόσο για να είναι στοχευμένη και αποτελεσματική αυτή η σχέση συνεργασίας, απαιτούνται προσπάθεια και μεθοδικότητα και από τις δύο πλευρές. Οι σύλλογοι ασθενών θα πρέπει να δομήσουν ένα οργανωμένο πλάνο προσέγγισης των μέσων ενημέρωσης, να προσδιορίσουν με σαφήνεια τα μηνύματα που θέλουν να επικοινωνήσουν και τη στρατηγική που αυτά υπηρετούν. Από την άλλη πλευρά, οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να αντιλαμβάνονται τη σπουδαιότητα του ρόλου τους ως το διαμεσολαβητή ανάμεσα σε ευάλωτες κατηγορίες όπως οι ασθενείς και στην ευρύτερη κοινωνία. Η καταπολέμηση στερεοτύπων, η εξάλειψη διακρίσεων, η συμπεριληπτικότητα, η ισότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότιμη πρόσβαση στην υγεία είναι έννοιες που μπορούν να υπηρετηθούν αποτελεσματικότερα όταν η δημοσιογραφική πέννα τις προσεγγίζει με ευαισθησία και ευθύνη, προς όφελος των ασθενών και του κοινωνικού συνόλου εν γένει».