Μέχρι τώρα η ελληνική διπλωματία είχε αποφύγει να ακολουθήσει το δρόμο άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και δεν είχε πάρει μέρος στην αλυσίδα απελάσεων και άλλων διπλωματικών αντιμέτρων στα οποία κατέφυγαν, ιδίως μετά το ξέσπασμα της υπόθεσης Σκριπάλ.

Μάλιστα, θα έλεγε κανείς ότι ο επίσημος τόνος της ελληνικής διπλωματίας παρέμεινε σταθερά σε διαφορετικό τόνο από αυτό που έχει περιγραφεί από αρκετούς αναλυτές ως ο νέος Ψυχρός Πόλεμος ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση.

Αντίθετα, οι περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις πάντοτε επιμένουν στο δημόσιο λόγο τους να τοποθετούνται υπέρ της αναβάθμισης των ελληνορωσικών σχέσεων. Σε επίπεδο ρητορικής αυτό ισχύει ιδιαίτερα και για την κυβέρνηση Τσίπρα, η οποία μάλιστα καλλιέργησε και την εντύπωση, ιδίως το 2015, ότι θα μπορούσε να βρει στη Ρωσία το εναλλακτικό χρηματοδοτικό στήριγμα που αναζητούσε.

Βεβαίως, ήρθε νωρίς η διάψευση των προσδοκιών ακόμη και αυτών που περίμεναν τα δισεκατομμύρια ρούβλια να έρθουν στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» με αποστολέα το… ξανθό γένος.

Όμως, πίσω από την ρητορική η πραγματικότητα είναι ότι οι ελληνορωσικές σχέσεις βρίσκονται σε ένα από τα χειρότερα σημεία τους. Μπορεί να μην υπάρχει κάποιο σημείο αντιπαράθεσης ή τριβής, δεν υπάρχει όμως και κάποιο πεδίο μείζονος συνεργασίας.

Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν επιδιώκει κάποιο μεγάλο project σε συνεργασία με τη Ρωσία είτε στο χώρο της ενέργειας είτε σε άλλους επενδυτικούς χώρους, πέραν φυσικά των εμπορικών σχέσεων που ούτως ή άλλως υπάρχουν, του τουρισμού κ.λπ. Ουσιαστικά, μόνο ζητήματα πολιτιστικής διπλωματίας φαίνεται να κυριαρχούν στην ατζέντα των διμερών σχέσεων.

Έπειτα, υπάρχει η ολοκλήρωση μιας ορισμένης συνολικότερης στροφής της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Πλέον είναι φανερή μια πλήρης συστράτευση με τις θέσεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην ευρύτερη περιοχή, όπως φαίνεται και από τη στενή ελληνική συνεργασία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

 

Αποστασιοποίηση

Παρότι είναι μια περίοδος που η Ρωσία ανάγεται σε μείζονα παράγοντα ιδίως στη Συριακή κρίση, κάτι που αποτυπώνεται και από την αναγκαστική συνεννόηση της Άγκυρας με τη Μόσχα, η γενική κατεύθυνση της ελληνικής διπλωματίας τα τελευταία χρόνια είναι η αποστασιοποίηση από τις ρωσικές θέσεις.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι ενδεικτικό μιας εξωτερικής πολιτικής χωρίς πραγματικό σχέδιο που επιλέγεται από την κυβέρνηση Τσίπρα τα τελευταία χρόνια είναι ακριβώς ότι την ώρα που η κυβέρνηση ενδιαφερόταν να δίνει την εικόνα προς το εσωτερικό ότι έχει τη στήριξη του Πούτιν, στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτα για την πραγματική αναβάθμιση των ελληνορωσικών σχέσεων.

Ως προς τις απόπειρες απόκτησης επιρροής στην Ελλάδα από τη μεριά της Ρωσία, αυτές είχαν σε γενικές γραμμές μια αρκετά προφανή μορφή. Άλλωστε, η συμπάθεια προς τη Ρωσία παραμένει βαθιά ριζωμένη σε σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας, τροφοδοτημένη είτε από κοινά θρησκευτικά και πολιτιστικά στοιχεία, ιστορικούς δεσμούς, την αίγλη παλαιότερα της ΕΣΣΔ, αλλά και τη σημασία των σχέσεων με τους έλληνες ομογενείς στη Ρωσία.

Αυτό διευκολύνει τη δράση είτε θρησκευτικών ιδρυμάτων είτε πολιτιστικών συλλόγων προς διάφορα ακροατήρια. Είτε πρόκειται για την Ορθοδοξία είτε πρόκειται για την ανάμνηση από την αντιφασιστική πάλη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όλα αξιοποιούνται για την βελτίωση της εικόνας της Ρωσίας στην Ελλάδα

Η Ορθόδοξη διάσταση δεν πρέπει να υποτιμηθεί, ιδίως από τη στιγμή που η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και το Πατριαρχείο Μόσχας διεκδικούν έναν ευρύτερο ρόλο συνολικά μέσα στις ορθόδοξες κοινότητες. Ως προς αυτό είναι αλήθεια ότι δεν έχουν λείψει οι αντιπαραθέσεις με άλλες Εκκλησίες ως προς τα όρια της επιρροής, ενώ ένα ειδικό πεδίο αντιπαράθεσης για την επιρροή υπήρξε ιστορικά και το Άγιο Όρος.

Η αμερικανική επιρροή

Είναι επίσης σαφές ότι η Ρωσία εναντιώνεται στην επέκταση της αμερικανικής επιρροής και αυτό φάνηκε και στη στάση της απέναντι στο ενδεχόμενο λύσης του «ονοματολογικού», όπου παρότι δεν τοποθετήθηκε αρνητικά πάνω στο ζήτημα του ονόματος καθεαυτού (η Ρωσία ούτως ή άλλως είχε αναγνωρίσει την πΓΔΜ ως «Μακεδονία) εντούτοις επεσήμανε την αντίθεσή της στην παραπέρα ενσωμάτωση χωρών στο ΝΑΤΟ, καθώς πλέον το αντιμετωπίζει καθαρά ως επιθετικό οργανισμό. Από την άλλη, για τη ρωσική διπλωματία το πραγματικό επίδικο δεν είναι η πΓΔΜ αλλά η Σερβία και η ανάγκη να μην περάσει στην αμερικανική επιρροή.

Όμως, σε γενικές γραμμές όλα αυτά είναι γνωστά εδώ και καιρό, και ως προς την κλίμακα και ως προς τη δυναμική. Εννοούμε, δηλαδή, ότι οι παράγοντες που δραστηριοποιούνται ως προς την όποια προσπάθεια απόκτησης ρωσικής επιρροής και γνωστοί ήταν και τα όρια της δράσης τους συγκεκριμένα.

Γι’ αυτό το λόγο και εν αναμονή αναλυτικότερης ενημέρωσης για τα πραγματικά περιστατικά, όντως προκαλεί ερωτηματικά η επιλογή να ανοίξει τώρα τέτοιο θέμα και  με τέτοια μορφή κλιμάκωσης που ειδικά ως προς τις ελληνορωσικές σχέσεις είχαμε πολύ καιρό να δούμε.

Όπως επίσης σοβαρά ερωτηματικά γεννά ο τρόπος που προσπάθησε να συνδέσει η πλευρά του υπουργείου Εξωτερικών το θέμα αυτό με τις αντιδράσεις για το ζήτημα του «ονοματολογικού» με την πΓΔΜ.

Υπενθυμίζουμε εδώ ότι τις τελευταίες εβδομάδες η κυβέρνηση έχει επιχειρήσει να παρουσιάσει τις αντιδράσεις στη συμφωνία με την πΓΔΜ ως ενορχηστρωμένες προσπάθειες υπονόμευσης του κυβερνητικού έργου, έχει μιλήσει για προσπάθεια οργάνωσης αποστασίας με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης υποτίθεται στο όνομα της συμφωνίας και έχει φτάσει μέχρι του σημείου να μιλήσει για επιχειρηματίες που χρηματοδοτούν την όλη προσπάθεια.

Έχει άραγε σκοπό στην προσπάθεια να παρουσιάσει μια εικόνα «συνωμοσίας» να χρησιμοποιήσει και το ζήτημα της υποτιθέμενης «ρωσικής ανάμειξης»;

Εάν αυτό ισχύει τότε θα έχουμε να κάνουμε με άλλο ένα παράδειγμα καιροσκοπικής πολιτικής πάνω σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα.

Ιδίως μάλιστα όταν μέχρι τώρα η επιδείνωση των ελληνορωσικών σχέσεων έχει στερήσει από την ελληνική πλευρά τη δυνατότητα να έχει αναβαθμισμένες σχέσεις με τη μόνη ίσως διεθνή δύναμη που μπορεί, αυτή τη στιγμή, πραγματικά να μεταφέρει μια πίεση πάνω στην Τουρκία.