Υπό κανονικές συνθήκες οι προ ημερησίας διατάξεως συζητήσεις αποτελούν κορυφαίες στιγμές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Είναι οι στιγμές στις οποίες τόσο η κυβέρνηση όσο και η ηγεσία των κομμάτων ανοίγουν τα χαρτιά τους ξεδιπλώνουν τις απόψεις πάνω σε κρίσιμα ζητήματα. Εξ ου και όλες οι διαδικαστικές προβλέψεις με τις δευτερολογίες και τη σχετική άνεση χρόνου.

Αρκεί φυσικά να θέλουν οι συμμετέχοντες να κάνουν πραγματική συζήτηση και αντιπαράθεση πάνω σε στοιχεία, αρχές και προγράμματα. Διαφορετικά οι προ ημερησίας διατάξεων συζητήσεις γίνονται απλώς ένα θέατρο ρητορικών συγκρούσεων χωρίς ουσία, ενισχύοντας ενίοτε τάσεις ανυποληψίας του πολιτικού συστήματος.

Αυτή τη φορά ήταν ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος που ανέλαβαν την ευθύνη να πάει χαμένη μια τέτοια κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία.

Από την αρχή της ομιλίας του ο πρωθυπουργός έκανε σαφές ότι δεν είχε έρθει στη Βουλή αποφασισμένος να μιλήσει για την ουσία της συμφωνίας του Eurogroup. Δεν είχε σκοπό ούτε τις λεπτομέρειες της συμφωνίας να αποσαφηνίσει, ούτε σε ανοιχτά ερωτήματα να απαντήσει, όπως αυτό που αφορά το τι ακριβώς θα γίνει με τη μείωση των συντάξεων, ούτε, το κυριότερο, να δώσει ένα περίγραμμα του αναπτυξιακού σχεδίου που θα εφαρμοστεί τώρα που, όπως ο ίδιος διακήρυξε, είναι η ελληνική πλευρά που αποφασίζει για τα μέσα πολιτικής.

Καμιά απάντηση

Ακούγοντας τον πρωθυπουργό δεν γίναμε σοφότεροι ως προς τι ακριβώς θα γίνει με τις συλλογικές συμβάσεις ή τον κατώτερο μισθό. Δεν ακούσαμε κάτι συγκεκριμένο για το εάν υπάρχει ένα σχέδιο μεγάλων επενδύσεων που θα διαμορφώσουν συνθήκες αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής δυναμικής. Δεν πληροφορηθήκαμε κάτι πιο συγκεκριμένο για τις θεσμικές τομές πέραν όσων γενικολόγων κατά καιρούς έχουν ακουστεί. Δεν είχαμε καν μια συγκεκριμένη πρόβλεψη για το ποιοι είναι οι πραγματικοί αναπτυξιακοί στόχοι της κυβέρνησης την επόμενη χρονιά.

Αντ’ αυτού είχαμε όλη τη γνωστή αφήγηση για το πώς οι προηγούμενες κυβερνήσεις και τα μνημόνια κατέστρεψαν τη χώρα, μείωσαν το ΑΕΠ και εξαθλίωσαν την κοινωνία, δηλαδή αυτά που θα έλεγε και το 2014. Σε αυτά προστέθηκε όλο το απόθεμα των γνωστών επιχειρημάτων για το πόσο διαπλεκόμενη είναι η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, για τα ραντεβού με τον Φρουζή και τη Novartis, τον Χριστοφοράκο και τα τηλεφωνικά κέντρα και πάει λέγοντας. Μόνο που αυτό μπορεί να προϊδεάζει για το τι θα κάνει η αντιπολίτευση εάν έρθει στην εξουσία αλλά δεν λέει απολύτως τίποτα για το τι θα κάνει ο ίδιος ο Τσίπρας στην οικονομία, ποιες επενδύσεις θα φέρει και πόσες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν. Κοντολογίς πετάει την μπάλα στην εξέδρα.

Με ανάλογο τρόπο και η προσπάθεια να στιγματιστεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως συνοδοιπόρος της ακροδεξιάς. Είναι προφανές ότι ούτε για το Μακεδονικό ήθελε ο πρωθυπουργός να κάνει σοβαρή συζήτηση, να απαντήσει σε εύλογα ερωτήματα ή να σταθεί στην αγωνία σημαντικού μέρους της κοινής γνώμης ότι μπορεί και να έγιναν υπερβολικές παραχωρήσεις. Όχι, ο Αλέξης Τσίπρας δεν ήθελε καν να υπερασπιστεί τη Συμφωνία των Πρεσπών. Ήθελε απλώς να εκμεταλλευτεί το θέμα για μια ακόμη επίθεση στον Κυριάκο Μητσοτάκη και για να αποφύγει να τοποθετηθεί ουσιαστικά είτε για την Συμφωνία των Πρεσπών είτε για την οικονομία. Έγινε για την ατάκα, το φραστικό πυροτέχνημα («δείτε την ταυτότητά σας») και όχι για την ουσία.

Το Μακεδονικό;

Αποφεύγοντας να απαντήσει και για την ουσία της συμφωνίας των Πρεσπών, ακολούθησε τη γραμμή του αποπροσανατολισμού. Την ίδια στιγμή που ο Ζόραν Ζάεφ πανηγυρίζει για τη «Μακεδονία», τον «μακεδονικό στρατό», την «μακεδονική ταυτότητα και εθνικότητα», ο πρωθυπουργός επέμεινε ότι δεν ισχύουν όλα αυτά κι ότι είναι μια ιστορική συμφωνία.

Ιδιαίτερη εντύπωση έκανε όμως η παρελκυστική τακτική του κ. Τσίπρα ο οποίος έριξε σε όλες του τις ομιλίες όλα τα «όπλα» στο τραπέζι.

Για ακόμη μια φορά αναφέρθηκε εκτενώς σε υποθέσεις της κυρίας Μαρέβας Μητσοτάκη, αν και ο πρόεδρος της ΝΔ του απαγόρευσε να μιλά γι’ αυτό διότι είναι υποθέσεις που έχουν κλείσει και είναι και άνανδρο.

Επιτέθηκε προσωπικά στον κ. Μητσοτάκη επαναφέροντας τις γνωστές υποθέσεις της Siemens και της Novartis, αλλά χωρίς στοιχεία και μόνο με τις εικασίες και τα δημοσιεύματα συγκεκριμένων εφημερίδων.

Επανέφερε τη γνωστή τακτική της λάσπης στον ανεμιστήρα και του ηθικού πλεονεκτήματος της αριστεράς σε σχέση με τη διαπλοκή των άλλων.

Αφού αναφέρθηκε στα ραντεβού του κ. Μητσοτάκη με τον Φρουζή, στη συνέχεια δεν απάντησε ο ίδιος για τα θεσμικά ραντεβού που είχε με το ίδιο πρόσωπο, ούτε βεβαίως στις σχέσεις με τους κ. Σαββίδη και Λαυρεντιάδη για τους οποίες άφησε υπόνοιες ο πρόεδρος της ΝΔ.

Ούτε απάντησε στις υπόνοιες περί σκανδάλου με πρόσωπο του οικογενειακού του περιβάλλοντος που ελέγχεται.

Σε μια εμφανή προσπάθεια να δημιουργήσει εντυπώσεις ο πρωθυπουργός έστρεψε το ενδιαφέρον στη σκανδαλολογία ή κάνοντας τρικ, πότε με τη «μαύρη» σελίδα με τα οικονομικά στοιχεία και πότε με την αστυνομική ταυτότητα για την ιθαγένεια.

Η μπάλα στην εξέδρα

Από κοντά και ο Πάνος Καμμένος. Και αυτός αποφασισμένος να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα και κυρίως να μην πάρει θέση στο βασικό και «σταυρικό ερώτημα»: Πώς γίνεται ένα κόμμα με γραμμή «το όνομά μας είναι η ψυχή μας», να στηρίζει μια κυβέρνηση που υπέγραψε συμφωνία που περιλαμβάνει το «Μακεδονία» και «μακεδονικός»;

Και εδώ καμιά κουβέντα επί της ουσίας για την οικονομία ή άλλες πλευρές της πολιτικής της κυβέρνησης. Αντίθετα, κατά την προσφιλή του συνήθεια ένας καταιγισμός από χαρακτηρισμούς και υπαινιγμούς από το γνωστό του ρεπερτόριο: μπορεί να γίναμε σοφότεροι ούτε για τα οικονομικά ούτε καν για τα θέματα αρμοδιότητάς αλλά παρακολουθήσαμε ένα εντυπωσιακό ρεσιτάλ απιθανολογίας που περιλαμβάνει ναρκέμπορους, τουρκική ηρωίνη, κότερα, τον… Σόρος, ΜΜΕ, ιστοσελίδες να συνωμοτούν για την αποστασία και την υπονόμευση της κυβέρνησης. Και όλα αυτά με όλη την απαραίτητη θεατρικότητα των επαναλήψεων και της προσπάθειας να χωρέσουν στην ίδια φράση όσο το δυνατόν περισσότερες «καταγγελίες».

Τσίπρας και Καμμένος δεν έχουν καμιά διάθεση να ανοίξουν μια πραγματική δημόσια συζήτηση για τις προοπτικές της χώρας σε μια στιγμή που αυτή βρίσκεται αντικειμενικά σε μια καμπή. Δεν τους ενδιαφέρει να παρουσιάσουν ένα συνεκτικό αφήγημα.

Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η διαρκής επικοινωνιακή διαχείριση, η προσπάθεια να συγκαλύψουν τη συναίνεσή τους σε ένα διαρκές τέταρτο μνημόνιο και την παρουσιάσουν ως συνέχεια της πάλης ενάντια στο «παλιό πολιτικό σύστημα». Μόνο ένα κυβερνητικό σχήμα που βρίσκεται 3,5 χρόνια στην εξουσία δεν μπορεί να συμπεριφέρεται ούτε ως αντιπολίτευση ούτε να προσπαθεί να πει ότι «φταίνε όλοι οι άλλοι».