Μέχρι τώρα κάθε οικοδεσπότης του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου, αρχηγός κράτους ή κυβέρνησης, ωραιοποιεί τις οικονομικές επιπτώσεις της διοργάνωσης. Η Ρωσία με το υψηλότερο κόστος όλων των εποχών δεν αποτελεί εξαίρεση. Πάνω από 10 δις ευρώ ξόδεψε η ρωσική κυβέρνηση για τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική γιορτή του κόσμου. Η χώρα φιλοξενεί το Μουντιάλ ως πλούσια αλλά και παράλληλα ως φτωχή χώρα. Στο μεταξύ όσο οι Ρώσοι φίλαθλοι κουνούσαν τα σημαιάκια κατενθουσιασμένοι μετά από το ταπεινωτικό 5-0 για την εθνική της Σαουδικής Αραβίας, ενθουσιασμός επικρατούσε στους κόλπους της ρωσικής κυβέρνησης για την αύξηση του ΦΠΑ και του ορίου συνταξιοδότησης.

Ελπίδες για οικονομικό κέρδος

Μέσα στις τέσσερις εβδομάδες που η μπάλα θα κυριαρχεί στα ρωσικά γήπεδα, την τιμητική του θα έχει και το ρούβλι. «Ο κόσμος θα έρχεται για τα ματς κι αυτό αποφέρει θετικά οικονομικά αποτελέσματα σε ορισμένους τομείς, όπως στις μισθώσεις διαμερισμάτων, στα ταξί, στα ξενοδοχεία και τον κλάδο της γαστρονομίας», υποστηρίζει στην εφημερίδα RBK ο Στάνισλαβ Μουρασόφ από την τράπεζα Raiffeisenbank. «Οι σιδηρόδρομοι, οι αεροπορικές εταιρείες, όπως η Aeroflot, έχουν πολλές πιθανότητες να αυξήσουν τα έσοδά τους». Μόνο οι τουρίστες που έρχονται να παρακολουθήσουν ποδόσφαιρο αναμένεται να αφήσουν 1,64 δις ευρώ, υπολογίζουν οι διοργανωτές με υπερηφάνεια. Η πικρή αλήθεια είναι ότι συμβάλουν σε αύξηση μόνο κατά 0,2% του ΑΕΠ. Για να επηρεάσει πραγματικά το ΑΕΠ, δεν φθάνουν μόνο τέσσερις εβδομάδες, εκτιμά ο Σλόμο Βέμπερ, πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστήμιου της Μόσχας.

Πιο σημαντικές αλλά δύσκολα προσδιορίσιμες είναι οι μακροπρόθεσμες οικονομικές επιπτώσεις του Μουντιάλ. Η Επιτροπή Διοργάνωσης μέσω της συμβουλευτικής εταιρίας McKinsey, υπολόγισε ότι οι προετοιμασίες από το 2013 μέχρι το 2018 αύξησαν την οικονομική απόδοση της χώρας κατά 11,7 δις ευρώ. Αλλά αυτό αποτελεί μόνο 1% του ΑΕΠ σε αυτά τα χρόνια. Σύμφωνα με την έκθεση McKinsey μέχρι το 2023 θα αυξηθούν τα έσοδα κατά 150 έως 210 δις ρούβλια το χρόνο, επειδή θα έρθουν περισσότεροι τουρίστες συμβάλλοντας στην οικονομική απόδοση των νέων αεροδρομίων, σιδηροδρομικών σταθμών, δρόμων και ξενοδοχείων.

Τι θα γίνει με τα γήπεδα μετά το Μουντιάλ

Το μεγαλύτερο αεροδρόμιο της Μόσχας, Scheremetjewo, απέκτησε επίσης νέο τερματικό σταθμό. Αλλά και στον αυτοκινητόδρομο ανάμεσα στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, που επί χρόνια κατασκευαζόταν, εγκαινιάστηκαν στις αρχές Ιουνίου άλλα 200 χιλιόμετρα. Από την πλευρά του ο διεθνής οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Moody΄s βλέπει την κατάσταση με λιγότερο ενθουσιασμό. «Δεν περιμένουμε συνεχή θετική επιρροή της οικονομίας από τη διοργάνωση» γράφουν αναλυτές της. «Η θετική επενέργεια που θα έχει το Μουντιάλ θα είναι μικρότερη από ό,τι οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες το 2014 στο Σότσι. Τότε δόθηκε πνοή σε μια υποανάπτυκτη περιοχή, κάτι που ήταν πιο εύκολο από ό,τι σε πολλές περιοχές, στις οποίες γίνονται ματς». Με άλλα λόγια, το Σότσι κερδίζει από το 2014 περισσότερο από τους τουρίστες. Για πόλεις με στάδια, όπως το Βόλγκογκραντ ή Σαμάρα, δεν θα ισχύει το ίδιο. Από την οπτική γωνία των διοργανωτών ένα από τα ισχυρά σημεία του φετινού Μουντιάλ είναι το πώς οι οπαδοί θα απλωθούν σε 11 πόλεις με τα στάδια των αγώνων.

Μέχρι σήμερα στη Ρωσία δεν υπήρχε ιδιαίτερη επαφή με τη χώρα και τους ανθρώπους της. Όταν θα τελειώσουν οι αγώνες πολλά ακριβά στάδια θα μείνουν άδεια ή δεν θα φιλοξενούν παιγνίδια ομάδων πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, ενώ στο γήπεδο Zenit Arena της Αγίας Πετρούπολης, ιδιαίτερης πατρίδας του Πούτιν, θα παίζουν πάντα πρώτης κατηγορίας ομάδες. «Όταν η ρωσική κυβέρνηση τονίζει την αξία των επενδύσεων για το Μουντιάλ, δεν απαντά στην ερώτηση αν θα ήταν πιο αναγκαίο να κάνει άλλου είδους επενδύσεις που να απέφεραν περισσότερο», υπογραμμίζει ο αναλυτής Μουρασόφ, οι οποίος αξιολογεί την όλη διοργάνωση ως μια «ελλειμματική επιχείρηση». Από την άλλη πλευρά όμως όταν μια χώρα διοργανώνει το Μουντιάλ, δεν έχει ως πρωταρχικό στόχο τον οικονομικό παράγοντα, αντιτείνει ο πρύτανης Σλόμο Βέμπερ.

Κέλερ Φρίντμα, dpa/ Ειρήνη Αναστασοπούλου