Θεατρικές και µουσικές παραστάσεις σηµαντικών καλλιτεχνών εντελώς δωρεάν, παράλληλες επιµορφωτικές δράσεις και οµιλίες σπουδαίων εισηγητών, ακαδηµαϊκών, συγγραφέων και καλλιτεχνών, αλλά και εκθέσεις εικαστικών, φωτογραφία και video art μπορεί κανείς να απολαύσει στο φετινό Εlaionas Festival έως τις 14 Ιουνίου.

Ο Γιώργος Παλαμιώτης, συν-καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ μας μίλησε για την αρχική ιδέα και την φετινή διοργάνωση.

 

Πως προέκυψε μαζί με τη Φένια Παπαδόδημα πριν 4 χρόνια η ιδέα ενός τόσο ιδιαίτερου φεστιβάλ;

Η ιδέα προέκυψε διαβάζοντας τον »Αναδρομάρη της Αττικής» του Δημ. Γρ. Καμπούρογλου. Ο παράδεισος που περιγράφει ο Καμπούρογλου αλλά και πλήθος περιηγητών πριν τον 19ο αιώνα, ήταν σε τέτοια αντίθεση με την πραγματικότητα, που δεν μπορούσες να πιστέψεις πως είναι η ίδια Αθήνα και Αττική γενικότερα, με αυτήν που ζούμε σήμερα. Σταδιακά άρχισε να δημιουργείται μέσα μας η ιδέα ενός φεστιβάλ με στόχο την επανασύνδεση με την γραμμή της ιστορικότητας από την μία και από την άλλη θέλαμε να μιλήσουμε για την πόλη και τον πολίτη ως μέρος του φυσικού γίγνεσθαι και όχι μόνο του κοινωνικού. Κάποια στιγμή χωρίς ιδιαίτερο λόγο όλα ξεκαθάρισαν, βρήκαμε το όνομα, εις ανάμνηση του ελαιώνα που από τα πρώτα χρόνια της κατοίκησης της περιοχής απλωνόταν περίπου από τον Κεραμεικό ως το Αιγάλεω. Βρήκαμε και άλλους τρελούς ή ημίτρελους και ξεκινήσαμε να κάνουμε πράξη το 1ο φεστιβάλ. Λέω τρελούς γιατί είναι τέτοιος ο όγκος και η φύση της δουλειάς που δύσκολα λογικός αναλαμβάνει κάτι τέτοιο χωρίς πραγματικά μεγάλο χρηματικό όφελος. Στην πορεία, ευτυχώς βρήκαμε απρόσμενο σύμμαχο την περιφέρεια Αττικής και έτσι φτάσαμε ως εδώ.

Τι ρόλο παίζει η μουσική σε αυτό το φεστιβάλ, που είναι και το κατεξοχήν αντικείμενό σου;

Το μόνο που δεν σκέφτομαι όταν ασχολούμαι με το ElaiΩnas Festival είναι πως είμαι μουσικός. Μπορεί να ακούγεται περίεργο αλλά είναι η απόλυτη αλήθεια. Πιο πολύ με απασχολεί η γενική εικόνα που προκύπτει από το σύνολο των δράσεων. Αυτό το χρόνο για παράδειγμα η γενική θεματική είναι η ελευθερία και κατ’ επέκταση το πως αλλάζουμε κατά την απουσία ή την παρουσία της. Όσον αφορά στην μουσική εστιάσαμε στην ελευθερία να περνάς τα όρια ανάμεσα στα είδη. Το crossover αγγλοσαξονικά. Έτσι έχουμε μια »μπαρόκ όπερα σκιών» από την Εναλλακτική σκηνή της ΕΛΣ, όπου ο γνωστός μας Καραγκιόζης συναντά ανάμεσα σε άλλους και τον Αρλεκίνο και την κομμέντια ντελ άρτε και το μπουζούκι την θεόρβη. Μια παράσταση σύγχρονης μουσικής από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών η οποία όμως είναι ένα διαδραστικό μουσικό παραμύθι. Μουσικά αναλόγια με Παπαδιαμάντη και Σολωμό όπου με τον λόγο θα συνυπάρχουν μια βιόλα ντα γκάμπα, (εκτός συναγωνισμού), ένας λαϊκός, δύο κλασσικοί και δύο »τζαζ» μουσικοί. Με δύο λόγια η μουσική παίζει έναν ανατρεπτικό απόλυτα ρόλο όσον αφορά στον καθωσπρεπισμό αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζει τον πολυπολιτισμικό, ανοιχτό και λόγιο χαρακτήρα της Αθήνας.

 

Τι όνειρα έχεις για το μέλλον του Φεστιβάλ;

Κατ’ αρχάς το ότι έχουμε την υποστήριξη της περιφέρειας Αττικής, έστω και αν δεν συνεχιστεί είναι σαν να ζω ήδη ένα όνειρο. Πραγματικά δεν είναι αυτονόητο. Επίσης το ό,τι σταδιακά είναι πλέον οι περισσότερες δράσεις του φεστιβάλ πρωτότυπες παραγωγές είναι επίσης σαν να ζω ένα όνειρο. Ένα όνειρο έζησα και το 2016 όταν είχαμε φέρει από το Παρίσι ένα πραγματικά μάστερ ντράμερ, τον Brice Wassy που έπαιξε μαζί την ams big band της σχολής του Γ. Φακανά δύο ή τρείς δικές του ενορχηστρώσεις και ένα δικό του πρόγραμμα μετά. Δεν ήταν κάτι τόσο φοβερό, αλλά ήμουν τόσο χαρούμενος που ένας τέτοιος φοβερός γνώστης της Αφρικάνικης μουσικής παράδοσης, ήταν εκεί να παίζει με τα παιδιά χαλαρός και άνετος. Επίσης ήταν φοβερή η στιγμή που η Ελένη Αρβελέρ κατεβαίνει από το ταξί που την έφερε στην γειτονιά της Ακαδημίας Πλάτωνος, ανάμεσα στα φαναρτζίδικα και μας μίλησε για την ιστορία της Αθήνας. Αν έχω ένα όνειρο μάλλον είναι το να δώσει το φεστιβάλ μας αφορμές στους νέους καλλιτέχνες, αλλά και κυρίως στους πολίτες, να ξεπεράσουν την ξενομανία ή/και την ξενοφοβία, αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις του δυστοπικού τώρα ή και του πιο (?) δυστοπικού μέλλοντος σαν αυτό που είναι. Μια κοινωνική συνθήκη πρόσκαιρη και άνευ πραγματικής ουσίας μπροστά στην πανανθρώπινη κληρονομιά του »τώρα» στον άχρονο χρόνο της τέχνης και της επιστήμης. Δεν ξέρω πως θα γίνει αυτό αλλά προς το παρόν πιστεύω απλά πως θα γίνει γιατί είναι απαραίτητ0