Σαν σήμερα, το 1961, το American Basketball League (ABL), κατά την ηγεσία του Έιμπ Σάμπερσταιν, εφάρμοσε για πρώτη φορά τον κανονισμό του τριπόντου.

Η απόσταση από το καλάθι «άγγιζε» τα 7.62 μέτρα, με το πρωτοποριακό αυτό μέτρο για τα δεδομένα του τότε μπασκετικού κόσμου, να κάνει τα πρώτα του βήματα.

Το ABL άντεξε εν τέλει, μονάχα για μιάμιση σεζόν (1961-1962, μέρος της σεζόν 1962-1963), ωστόσο το τρίποντο υιοθετήθηκε από το «Eastern Professional Basketball League» για τη σεζόν 1963-64. Δυστυχώς και αυτή η διοργάνωση άντεξε για μόλις μία χρονιά, φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο για τις λίγκες που «ξεπηδούσαν» εκείνη την εποχή και υπέκυπταν στον ανταγωνισμό από τα διασημότερα «brand names».

Η πρώτη πραγματικά σημαντική εφαρμογή του τριπόντου, έγινε στο American Basketball Association (ABA), το μέγεθος του οποίου αποδεικνύεται από το γεγονός πως εκείνη την εποχή, ήταν το αντίπαλο δέος του ΝΒΑ.

Συγκεκριμένα, το ΑΒΑ έψαχνε τρόπους προκειμένου να ξεπεράσει το ΝΒΑ σε φήμη και εμπορικότητα και ο κομισάριός του και θρύλος του ΝΒΑ, Τζορτζ Μάικαν, έφερε στο προσκήνιο το τρίποντο, μαζί με τις πολύχρωμες μπάλες και το χρονόμετρο των 30 δευτερολέπτων. Με τον τρόπο αυτό, το προϊόν του έγινε πιο ελκυστικό, με αρκετούς σταρ της εποχής να το επιλέγουν αντί του ΝΒΑ.

Ο Μάικαν δήλωσε χαρακτηριστικά: «(Με το τρίποντο) δίνεται η ευκαιρία στους πιο «μικρούς» παίκτες να σκοράρουν και να ανοίξουν την άμυνα, κάνοντας το παιχνίδι πιο απολαυστικό για τους οπαδούς». Σημειώνεται πως την εποχή εκείνη, εν αντιθέσει με τη σημερινή, οι ποιοτικοί «κοντοί» ήταν ελάχιστοι, με τους ψηλούς να κυριαρχούν.

Το 1976, το ΑΒΑ συγχωνεύτηκε με το ΝΒΑ, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η γενική πτώση του προϊόντος κατά τη δεκαετία του 1970, ωστόσο το τρίποντο δεν εφαρμόστηκε στο «νέο» ΝΒΑ.

Η δύσκολη αρχή

Το 1979, το ΝΒΑ βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση, με τους οπαδούς και τους δημοσιογράφους να το εγκαταλείπουν. Οι φυλετικές διακρίσεις ανάμεσα στους παίκτες, αλλά και η χρήση ναρκωτικών από πολλούς εξ αυτών, εντοπίζονται ως οι κύριοι λόγοι. Η απουσία ενός πραγματικού σούπερσταρ, μόνο χειρότερα έκανε τα πράγματα για την ευημερία του ΝΒΑ.

Ο τότε κομισάριος, Λάρι Ο’ Μπράιεν, σε μια προσπάθεια να στρέψει την προσοχή του Τύπου αλλού, εφάρμοσε το τρίποντο. Μια απόφαση που άλλαξε οριστικά τον ρου την ιστορίας του ΝΒΑ.

Ο Κρις Φορντ των Μπόστον Σέλτικς ήταν ο πρώτος που σκόραρε από τη γραμμή του τριπόντου (7.24 μ) στο ΝΒΑ, στις 12 Οκτωβρίου του 1979.

Στα πρώτα του χρόνια, το τρίποντο δεν χρησιμοποιήθηκε πολύ από τους παίκτες και τους προπονητές, οι οποίοι έδειξαν δυσκολίες στο να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες του παιχνιδιού. Ενδεικτικά, τη σεζόν 1979-1980, μόλις δύο παίκτες σούταραν πάνω από 200 τρίποντα (Μπράιαν Τέιλορ, Ρικ Μπάρι). Ακόμα, και ο θρυλικός Λάρι Μπερντ, ένας από τους καλύτερους σουτέρ όλων των εποχών, τα βρήκε… σκούρα στα πρώιμα στάδια αυτής της αλλαγής, ευστοχώντας με μικρή συχνότητα (27% στα τρίποντα τη σεζόν 1980-81).

Σταδιακά, η κατάσταση εξομαλύνθηκε, με τις επιθέσεις και τις άμυνες των ομάδων να προσαρμόζουν τα συστήματα και τις αποστάσεις τους στο γήπεδο. Τη σεζόν 1985-86, με πρωτοβουλία του Ντέιβιντ Στερν, διοργανώθηκε για πρώτη φορά διαγωνισμός τριπόντου στο «All-Star Weekend». Με τα χρόνια, εμφανίστηκαν οι γνωστοί σήμερα ως «σπεσιαλίστες στο τρίποντο», ενώ οι Νιου Γιορκ Νικς τη σεζόν 1988-89, με τον Ρικ Πιτίνο στο «τιμόνι» τους, έσπασαν τα κοντέρ για την εποχή, ευστοχώντας σε 386 τρίποντα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των διαφορών στην τότε μπασκετική περίοδο με τη σημερινή, είναι το γεγονός πως ο Στέφεν Κάρι ευστόχησε από μόνος του σε 402 τρίποντα τη σεζόν 2015-16.

Η «απογείωση» του τριπόντου

Στα 90’ς η γραμμή του τριπόντου μεταφέρθηκε πιο κοντά στο καλάθι (6.71 μ), μια εξέλιξη που έδωσε αυτοπεποίθηση στους παίκτες, οι οποίοι θεωρούσαν το τρίποντο πλέον, ως αναπόσπαστο κομμάτι του παιχνιδιού. Τη σεζόν 1997-98, η γραμμή επανήλθε πίσω στις κανονικές της διαστάσεις.

Κανείς πια δεν μπορούσε να φανταστεί το μπάσκετ, χωρίς το τρίποντο. Στο ΝΒΑ, σταδιακά, εμφανίστηκαν ομάδες που βασίζονται στο τρίποντο, στις σωστές αποστάσεις και τις ταχείς επιθέσεις, ενώ μέχρι και πολλοί «ψηλοί» έγιναν ικανοί σε αυτό. Εμφανίστηκαν νέοι όροι, όπως το «stretch four», αναφερόμενο σε πάουερ φόργουορντς κυρίως, που μπορούν να βγουν στην περιφέρεια και να «ανοίξουν» το γήπεδο με το σουτ τους.

Ρεκόρ και στατιστικά

Στο πέρας των δεκαετιών, υπάρχουν τεράστιες διαφορές στον αριθμό εύστοχων τριπόντων και προσπαθειών. Την πρώτη σεζόν που εφαρμόστηκε το τρίποντο στο ΝΒΑ (1979-80), υπήρχαν 2.2 εύστοχα τρίποντα και 6.6 προσπάθειες κατά μέσο όρο σε κάθε αγώνα. Στα τέλη των 80’ς, τη σεζόν 1989-90, τα εύστοχα τρίποντα αυξήθηκαν σε 4.8, ενώ οι προσπάθειες σε 13.7. Τα νούμερα συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία τη σεζόν 2009-10, όπου έχουμε 6.4 τρίποντα σε 18.1 προσπάθειες. Τέλος, τη σεζόν 2016-17, οι αριθμοί δείχνουν απίστευτοι, με 9.7 εύστοχα τρίποντα ανά αγώνα, σε 27 προσπάθειες.

Η επιρροή του τριπόντου στο παγκόσμιο μπάσκετ είναι πια, γιγάντια. Τα ρεκόρ στο σουτ αυτό, ξεπερνιούνται με δαιμονιώδεις ρυθμούς. Για παράδειγμα, τη σεζόν 2012-13, ο Στέφεν Κάρι ευστόχησε σε 272 τρίποντα και έσπασε το ρεκόρ τριπόντων σε μία σεζόν που κατείχε ο Ρέι Άλεν από το 2006 με 269. Αλλά δεν σταμάτησε εκεί, πραγματοποιώντας ρεκόρ στην ίδια κατηγορία άλλες δύο φορές, μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια (286 τρίποντα τη σεζόν 2014-15, 402 τη σεζόν 2015-16).

Τη σεζόν 2015-16, η 2άδα των Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς, που αποτελείται από τους Στέφεν Κάρι και Κλέι Τόμπσον, γνωστή ως «Splash Brothers» (λόγω της απίστευτης ικανότητάς τους στο σουτ), σκόραρε μαζί 678 τρίποντα.

Στα συνολικά τρίποντα των ομάδων, υπάρχει επίσης ραγδαία άνοδος. Οι Χιούστον Ρόκετς, με προπονητή τον γνωστό για την ροπή του στο επιθετικό παιχνίδι, Μάικ Ντ’ Αντόνι, πραγματοποίησαν ρεκόρ εύστοχων τριπόντων με 1181, τη σεζόν 2016-17. Και αν αυτά μοιάζουν πολλά, οι «Ρουκέτες» ξεπέρασαν τον εαυτό τους στη φετινή (2017-18) κανονική περίοδο ευστοχώντας 1256 φορές από τη γραμμή του τριπόντου.

Σε ατομικό επίπεδο, στην κορυφή της λίστας βρίσκεται ο Ρέι Άλεν, με 2973 εύστοχα τρίποντα.

Αξιομνημόνευτα τρίποντα

Το τρίποντο έχει καθορίσει την έκβαση σημαντικών αγώνων πολλάκις. Ποιος ξεχνάει εξάλλου, για παράδειγμα, το τρίποντο του Ρέι Άλεν στους τελικούς του ΝΒΑ το 2013. Οι Μαϊάμι Χιτ βρίσκονταν με την πλάτη στον τοίχο κόντρα στους Σαν Αντόνιο Σπερς, όντας πίσω στο σκορ με 92-95 στον 6ο αγώνα και στη σειρά γενικότερα, με 3-2 νίκες. Σε περίπτωση ήττας δηλαδή, το πρωτάθλημα θα κατακτούσαν τα «σπιρούνια». Ο Ρέι Άλεν όμως, με τρίποντό του, έπειτα από επιθετικό ριμπάουντ του Κρις Μπος, έστειλε το ματς στην παράταση, όπου οι Χιτ βγήκαν νικητές, ενώ επικράτησαν και στο 7ο παιχνίδι της σειράς και κατέκτησαν το πρωτάθλημα.

Από ελληνικής πλευράς, αξέχαστο είναι το τρίποντο του Δημήτρη Διαμαντίδη στο Ευρωμπάσκετ του Βελιγραδίου το 2005. Η Εθνική Ελλάδος αντιμετώπιζε τη Γαλλία στα ημιτελικά της διοργάνωσης και τα βρήκε σκούρα κόντρα στην ομάδα του Τόνι Πάρκερ. Ωστόσο, με επική ανατροπή στα τελευταία λεπτά έφτασε να υπολείπεται με μόλις δύο πόντους (64-66) και την κατοχή στα χέρια της, στην τελευταία επίθεση του αγώνα. Ο Διαμαντίδης, έπειτα από ασίστ του Νίκου Ζήση σκόραρε για τρεις εκτός ισορροπίας και έστειλε την Ελλάδα στον τελικό, εκεί όπου κατέκτησε εν τέλει το τρόπαιο κόντρα στη Γερμανία.

Εκτός ΝΒΑ, η FIBA εφάρμοσε την γραμμή του τριπόντου το 1984, με απόσταση 6.25 μέτρων από το καλάθι. Σήμερα, έχει μεταφερθεί στα 6.75 μέτρα.

Στην Α1, το πρώτο τρίποντο στην ιστορία, σημείωσε ο Νίκος Σταυρόπουλος σε αναμέτρηση του Πανιωνίου με τον ΠΑΟΚ στις 6 Οκτωβρίου του 1984, στη Νέα Σμύρνη.

Κυριαρχία του τριπόντου στο μπάσκετ: από καινοτομία σε… καταστροφή του αθλήματος (;)

Όλα δείχνουν ρόδινα όσον αφορά την κυριαρχία του τριπόντου στο παγκόσμιο μπάσκετ. Υπάρχουν ωστόσο πολλοί που κατακρίνουν τις ομάδες που βασίζονται σε αυτό.

Η λογική πίσω από αυτό είναι απλή. Όταν βασίζεσαι στο τρίποντο, αυτόματα μειώνεις τις πιθανότητες σου για ένα καλύτερο σουτ από κοντινότερη απόσταση, ακόμα κι αν αυτό ισοδυναμεί με έναν πόντο λιγότερο. Οπότε, είναι σχεδόν αδύνατο να νικάς με συνέπεια όταν στηρίζεσαι σε έναν τρόπο σκοραρίσματος με δυσκολότερο δρόμο προς την επιτυχία.

Ακόμα, κατακρίνονται οι ομάδες οι οποίες στην προσπάθειά τους να επιταχύνουν τον ρυθμό του παιχνιδιού, χάνουν το μέτρο και καταλήγουν να εκτελούν απερίσκεπτες προσπάθειες από το τρίποντο, χωρίς πλάνο και λογική.

Η ιστορία έχει δείξει πως ελάχιστες ομάδες που βασίζονται σε αυτόν τον τρόπο παιχνιδιού, έχουν φτάσει έως το τέλος του δρόμου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι Φοίνιξ Σανς του Μάικ Ντ’ Αντόνι στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας. Μια ομάδα που έτρεχε πολύ με μαέστρο τον Στιβ Νας, σούταρε από την γραμμή του τριπόντου με απίστευτη συχνότητα και έκανε… περίπατο στην κανονική περίοδο. Στα πλέι οφ όμως, δεν έφτασε ποτέ πέρα από τους τελικούς της Δύσης, αν και κάθε χρόνο είχε βλέψεις προς το πρωτάθλημα.

Οι Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς είναι ίσως η μόνη ομάδα που έχει υποστηρίξει αυτόν τον τρόπο παιχνιδιού και έχει κατακτήσει πρωταθλήματα. Το παιχνίδι των «πολεμιστών» ωστόσο, συνδυάζεται με εξαιρετική κυκλοφορία μπάλας, πειθαρχία στις οδηγίες του προπονητικού τιμ και μπόλικο… ατομικό ταλέντο φυσικά, για αυτό και είναι πετυχημένο.

Τονίζεται λοιπόν, η ανάγκη για ισορροπία στην επίθεση μιας ομάδας. Συγκεκριμένα, οι επικριτές αυτής της κατάστασης αναφέρουν πως όσο καλό και αν είναι το μακρινό σουτ μιας ομάδας, χρειάζεται πάντα ένας παίκτης «ρακέτας» που να προσφέρει «εύκολα» καλάθια από κοντινή απόσταση.

Ο δρόμος πάντως, φαίνεται πως έχει χαραχθεί, με όλο και περισσότερες ομάδες να ακολουθούν το αγωνιστικό μοτίβο των γρήγορων επιθέσεων και των πολλών τριπόντων, στηριζόμενες στο «small ball» και την δημιουργία όσο περισσότερων κατοχών γίνεται.

Το ορθολογικό μπάσκετ δίνει τη θέση του στο μπάσκετ για τον… φίλαθλο, χαρακτηρίζεται δηλαδή, από ταχύτατο ρυθμό και αμέτρητες στιγμές αθλητικής ψυχαγωγίας. Πρόκειται για εξέλιξη ή αλλοίωση της φύσης του αθλήματος; Μόνο το μέλλον μπορεί να δώσει την απάντηση σε αυτό…