Γνωστό θέρετρο της Βόρειας Εύβοιας, απλωμένο κατά μήκος εκτεταμένης παραλίας, το Πευκί είναι το επίνειο του Αρτεμισίου, χωριού που είναι χτισμένο σε πευκόφυτη περιοχή και διατηρεί δείγματα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.

Οι πεζόδρομοι με τα καλλωπιστικά φυτά και τις δεντροστοιχίες, τα καφέ μπαρ, τα εστιατόρια και τα εμπορικά καταστήματα, καθώς και η πλατιά αμμουδερή παραλία, προσελκύουν στο Πευκί πολλούς παραθεριστές. Στο λιμάνι του δένουν βάρκες, αλιευτικά και εκδρομικά σκάφη.

Ανατολικά από τους δύο σύγχρονους οικισμούς, στο βόρειο άκρο ολόκληρης της Εύβοιας, βρίσκεται το ακρωτήριο Αρτεμίσιο, στα ανοιχτά του οποίου διεξήχθη κατά τη διάρκεια των Περσικών Πολέμων, τον Αύγουστο του 480 π.Χ., ναυμαχία μεταξύ του ελληνικού και του περσικού στόλου του Ξέρξη.

Το ακρωτήριο, θέση στρατηγικής σημασίας (επιτρέπει τον έλεγχο των σκαφών που επιχειρούν να εισέλθουν από το Αιγαίο στον Παγασητικό, τον Μαλιακό ή τον Βόρειο Ευβοϊκό), οφείλει την ονομασία του στο ιερό της Αρτέμιδος Προσηώας.

Το ιερό, από τα πλέον σημαντικά της Εύβοιας, βρισκόταν σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές κοντά στην παραλία όπου είχε σταθμεύσει ο ελληνικός στόλος κατά τη ναυμαχία. Ο χρόνος της ίδρυσής του, καθώς και η πορεία του μέσα στο χρόνο, παραμένουν άγνωστα.

Όμως, το ακρωτήριο του Αρτεμισίου δεν είναι γνωστό μόνο για την ελληνοπερσική ναυτική σύγκρουση του 480 π.Χ., αλλά και για δύο εξαίρετα χάλκινα αγάλματα που ανελκύστηκαν από τη θαλάσσια περιοχή πλησίον του ακρωτηρίου: το θεό (Δία ή Ποσειδώνα) και τον λεγόμενο τζόκεϊ (μικρό ιππέα) του Αρτεμισίου.

Το δύο αυτά πρωτότυπα δείγματα υψηλής γλυπτικής τέχνης συμπεριλαμβάνονταν στο φορτίο ενός πλοίου που ναυάγησε ενώ έπλεε στο στενό του Αρτεμισίου, στο 2ο ή στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ., όπως μαρτυρούν τα δείγματα κεραμικής που ανασύρθηκαν μαζί με τα αγάλματα.

Η πορεία που ακολουθούσε το πλοίο παραμένει άγνωστη, αλλά εικάζεται ότι κατευθυνόταν από τη βόρεια προς τη νότια Ελλάδα (ή και το αντίστροφο) μέσω του Ευβοϊκού κόλπου.

Τα χάλκινα αγάλματα, έργα ικανότατων αλλά αγνώστων δημιουργών, ανασύρθηκαν τμηματικά από το θαλάσσιο χώρο του Αρτεμισίου εντός μίας δεκαετίας (1926-1936) και μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, όπου και εκτίθενται.

Ο Δίας ή Ποσειδώνας του Αρτεμισίου, που χρονολογείται περί το 460 π.Χ., θεωρείται ένα από τα ωραιότερα πρωτότυπα χάλκινα αγάλματα της Κλασικής Περιόδου. Ο γυμνός θεός, χυτό έργο υπερφυσικού μεγέθους, παριστάνεται όρθιος, σε ευρύ διασκελισμό.

Το αριστερό του χέρι είναι τεντωμένο μπροστά, ενώ με το ανυψωμένο δεξί χέρι του κρατούσε τον κεραυνό (εφόσον απεικονίζεται ο Δίας, που είναι το πλέον πιθανό) ή την τρίαινα (εφόσον απεικονίζεται ο Ποσειδώνας).

Παρά την αυστηρότητα της μορφής, η κίνηση είναι έντονη και η απόδοση των ανατομικών λεπτομερειών ιδιαίτερα επιτυχής, γι’ αυτό και το άγαλμα αυτό συγκαταλέγεται στα έξοχα δείγματα του αυστηρού ρυθμού της αρχαίας ελληνικής πλαστικής.

Ο λεγόμενος τζόκεϊ (μικρός ιππέας) του Αρτεμισίου, λαμπρό χυτό άγαλμα αλόγου με αναβάτη, χρονολογείται στην Ύστερη Ελληνιστική Περίοδο, περί το 140 π.Χ.

Το άλογο απεικονίζεται σε έντονο καλπασμό τη στιγμή του αγώνα. Η κίνηση και η ανατομία του ζώου αποδίδονται με τρόπο καθ’ όλα ρεαλιστικό.

Η μορφή του νεαρού και μικρού το δέμας αναβάτη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το υπερήφανο, μεγαλόσωμο ζώο. Φορά σανδάλια και χιτωνίσκο που ανεμίζει από την ταχύτητα, ενώ στο αριστερό του χέρι θα κρατούσε τα ηνία και στο δεξί το μαστίγιο.