Κλείστε τα μάτια σας και φέρτε στο νου σας μια εικόνα:

Έστω ότι είστε ένας άνθρωπος δημοκρατικών αισθημάτων, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, που πιστεύετε στους κανόνες της δημοκρατίας, στην ελευθερία των κοινωνικών αγώνων και διεκδικήσεων εντός του δημοκρατικού πλαισίου. Κατεβαίνετε μια μέρα στον δρόμο για να διαδηλώσετε για σκοπό που σας αντιπροσωπεύει και σας κινητοποιεί. Κάποια στιγμή διαπιστώνετε ότι άνθρωποι που βρίσκονται μέσα στο ίδιο μπλοκ με εσάς προπηλακίζουν και χτυπάνε έναν άνθρωπο. Τρία πιθανά σενάρια αντίδρασης υπάρχουν, χοντρικά. Το πρώτο είναι να προσπαθήσετε να επέμβετε, είτε από μόνοι σας είτε καλώντας βοήθεια, και το δεύτερο είναι να αποχωρήσετε από την διαδήλωση. Το τρίτο είναι να παραμείνετε στο μπλοκ και να παρακολουθείτε το σκηνικό αδιαμαρτύρητα. Ας το πούμε ειλικρινά: αν επιλέξετε το τρίτο έχετε μοιραστεί την ευθύνη με τους φυσικούς αυτουργούς της επίθεσης. Και, όχι μόνο αυτό, έχετε αναλάβει και τον ρόλο που σας αναλογεί σε ένα τέτοιο σκηνικό, τον ρόλο της ομάδας που δέχεται να πλαισιώσει και να νομιμοποιήσει την πρακτική ως μέρος της διαμαρτυρίας της. Γι’αυτό στις διαδηλώσεις τις ομάδες διαδηλωτών τις λέμε «μπλοκ».

Αυτή η αλήθεια πρέπει να ειπωθεί και να ειπωθεί έτσι, με απλές λέξεις, για να τελειώνουμε με τα μισόλογα. Σε κάθε επικίνδυνη στροφή στην ιστορία μας, υπήρχαν ηγέτες, υπήρχαν οργανικοί διανοούμενοι, υπήρχαν εκτελεστικοί βραχίονες, υπήρχαν δηλαδή αυτοί που τα ονόματα τους καταγράφει η ιστορία, και υπήρχε και η μαζικότερη ομάδα, αυτή στην οποία στήριζαν οι παραπάνω την ύπαρξη τους: οι ανώνυμοι που συμπαραστέκονταν και συνέδραμαν και συνεργάζονταν, ευθέως ή δια της ανοχής, ανεξαρτήτως κινήτρου.

Κλείστε και πάλι τα μάτια και φέρτε στο νου σας μια ακόμη εικόνα:

Θυμηθείτε εκείνο το απόγευμα που έστησαν κάποιοι ψηλές, μεγάλες, ξύλινες κρεμάλες, με τα σκοινιά τους κλπ, απέναντι από την Βουλή. Γύρω από αυτές στήθηκαν χιλιάδες διαδηλωτές με σημαίες ελληνικές και κόκκινες και βενεζουελάνικες, κάτι τύποι με φουστανέλες ή περικεφαλαίες, άλλοι με πανό για τη χούντα που δεν τελείωσε το ’73 αλλά «θα την τελειώσουμε σε αυτή την πλατεία» κλπ. Έχει σημασία ποιοι ήταν ακριβώς αυτοί που έφεραν τις κρεμάλες στην πλατεία; Ποιοι κάρφωσαν τα ξύλινα δοκάρια και ποιοι έδεσαν τα σκοινιά, αν τους λένε Νίκο ή Μαρία κι αν μένουν στην Φιλοθέη ή στον Κορυδαλλό, θα αλλάξει κάτι; Είναι αυτοί που κάνουν τις φωτογραφίες από τη μέρα εκείνη ντοκουμέντα για τους κοινωνικούς επιστήμονες του μέλλοντες ή μήπως όλη η αξία της σκηνής είναι οι χιλιάδες πολίτες, οι νοικοκυραίοι με τα κατσαρολικά που πήγαν με την κουνιάδα και τον συνάδελφο να διαδηλώσουν και δεν φρίκιασαν στη θέα των ψηλών κατασκευών θανάτωσης κάτω από τα οποία στέκονταν;

Με αφορμή την επίθεση στον Γιάννη Μπουτάρη το σοφό ΚΚΕ μας θύμισε το σκηνικό που στήθηκε στην πλατεία Συντάγματος το 2011. Μη σας παραξενεύει το «σοφό», καθώς ήταν το μόνο αντιπολιτευτικό κόμμα που αντιστάθηκε πλήρως και με διορατική ανάλυση στις συγκεντρώσεις αυτές – και μη μας πείτε ότι έχει πρόβλημα το ΚΚΕ με τις διαδηλώσεις και τους κοινωνικούς αγώνες γιατί θα αρχίσουν να τρίζουν κόκαλα και προτομές σε όλη τη χώρα.

Έχει γίνει πολλή κουβέντα για τις διαδηλώσεις αυτές, έχουν διατυπωθεί διαφωνίες για το αν ήταν ή δεν ήταν εκεί η Χρυσή Αυγή (προφανώς και ήταν), για το ποια ήταν η «πάνω» και ποια ήταν η «κάτω» πλατεία. Κι έτσι, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ένιωσε πως «καπαρώνει», ως δικό του θυγατρικό brand, το «συγκεντρωμένο πλήθος», τους «αυθόρμητους διαδηλωτές» και τους «αγανακτισμένους», ξεκίνησε κι η επιχείρηση αλλοίωσης της μνήμης για το τι συνέβη στην πλατεία και στον χωροχρόνο γύρω από αυτήν. Κι έβαλαν πολλοί το λιθαράκι τους σε αυτήν, όχι μόνο η αριστερά.

Κάπως έτσι, μας λένε πως η αριστερά ποτέ δεν αποκάλεσε τους αντιπάλους της προδότες ή μειοδότες, όμως μερικοί θυμόμαστε ακόμη τα συνθήματα και την αποστροφή του πρωθυπουργού για το πόσο Έλληνες είναι αυτοί που υπογράφουν μνημόνια ή τον βουλευτή που προειδοποιούσε τους κυβερνητικούς ότι θα έχουν την τύχη του αμερικανού πρέσβη στη Λιβύη. Μας λένε ότι ο κυβερνητικός εταίρος, οι ΑΝΕΛ, είναι κεντρώα παράταξη, όμως θυμόμαστε ακόμη τα παραληρήματα μίσους των στελεχών τους στα social media, αυτών που αγκαλιάζονταν με τους υπουργούς στα κυβερνητικά έδρανα το 2015, αφού αντάλλαξαν ψήφους εμπιστοσύνης. Μας λένε, από την άλλη μπάντα, ότι δεν βρήκαν κανένα πρόβλημα να συνωστίζονται γύρω από την εξέδρα στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία και να ακούνε αδιαμαρτύρητα, σχεδόν ταπεινωτικά, ομιλητές να βρίζουν τον κοινοβουλευτισμό και να κραυγάζουν «ζήτω ο στρατός». Ότι είναι λογικό που δεν ένιωσαν να θίγονται από όλα αυτά τα μέλη του κοινοβουλίου που τα άκουγαν από κάτω.

Ευτυχώς ή δυστυχώς αυτές οι δηλώσεις κάποτε θα ξεχαστούν, όχι όλες, οι περισσότερες. Το πλήθος, το ατάραχο πλήθος και το άγριο πλήθος, οι χειροκροτητές κι οι ριζοσπαστικοποιημένοι νοικοκυραίοι που προέρχονταν από όλο το πολιτικό φάσμα, ακόμη κι όταν το τραύμα επουλωθεί, δεν θα διαγραφούν ποτέ από την ιστορική μνήμη αφού αυτοί είναι που την έπλασαν. Όχι ως ονόματα, ως πρόσωπα και μορφές, αλλά ως η συμπαγής μάζα που έδωσε υπόσταση στο διαζύγιο μας με την «κανονικότητα».