Οι τακτικοί αναγνώστες της ενότητας του in.gr που είναι αφιερωμένη στην ελληνική γλώσσα θα θυμούνται κατά πάσαν πιθανότητα την πρόσφατη αναφορά μας στον Επίκουρο, τον επικουρισμό και την επικούρεια κοσμοθεωρία.

Βάση της επικούρειας διδασκαλίας και πυρήνας της επικούρειας τέχνης τού ευ ζην υπήρξε η ρήση-παράγγελμα του Επίκουρου λάθε βιώσας, που μνημονεύεται στα «Ηθικά» του Πλουτάρχου (Ει καλώς είρηται το λάθε βιώσας).

Για να αντιληφθούμε την ακριβή σημασία της εν λόγω φράσης, που επιβιώνει στο νεοελληνικό λόγο, θα προβούμε κατ’ αρχάς σε γραμματική αναγνώριση των δύο λέξεων που τη συναποτελούν.

Το λάθε είναι β’ ενικό πρόσωπο προστακτικής αορίστου β’ (έλαθον) του ρήματος λανθάνω, που σημαίνει μένω κρυμμένος ή απαρατήρητος, διαφεύγω την προσοχή κάποιου.

Το βιώσας είναι μετοχή (ονομαστική αρσενικού γένους) αορίστου α’ (εβίωσα) του ρήματος βιώ (βιόω-ώ), που σημαίνει ζω, περνώ τη ζωή μου.

Όπως γνωρίζουν όσοι έχουν εντρυφήσει στην αρχαία ελληνική γλώσσα, το ρήμα λανθάνω ανήκει σε εκείνη την ομάδα ρημάτων (μεταξύ άλλων, διάγω, διατελώ, οίχομαι, τυγχάνω, φαίνομαι, φθάνω) που, όταν συντάσσονται με κατηγορηματική μετοχή, αποδίδονται με τροπικό επίρρημα, η δε κατηγορηματική μετοχή που εξαρτάται από αυτά με ρήμα.

Βάσει των ανωτέρω, το απόφθεγμα του Επίκουρου λάθε βιώσας σημαίνει ζήσε κρυφά, ζήσε εν κρυπτώ ή στην αφάνεια. Κατ’ επέκταση, ζήσε απαρατήρητος, μακριά από τη δημοσιότητα και χωρίς να προβάλλεσαι.

Δυστυχώς, όπως παρατηρείται και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις χρήσεως παροιμιωδών φράσεων ή τυποποιημένων εκφράσεων στη νέα ελληνική γλώσσα, το λάθε βιώσας απαντά ουκ ολίγες φορές κακοποιημένο: λάθρα βιώσας ή και λάθρα βιώσαι.

Μολονότι το μεν επίρρημα λόγιας προέλευσης λάθρα (κρυφά, χωρίς να γίνεται κανείς αντιληπτός) ανήκει στην οικογένεια τού λανθάνω, το δε βιώσαι είναι απαρέμφατο του προαναφερθέντος αορίστου α’ εβίωσα, το αποτέλεσμα δεν μπορεί ασφαλώς να γίνει αποδεκτό.

Θα επαναλάβουμε, όπως έχουμε πράξει και σε παλαιότερα άρθρα, ότι η χρήση των καθιερωμένων εκφράσεων προϋποθέτει την ακριβή και βαθιά γνώση τους, καθώς ενδεχόμενη παραμόρφωσή τους τις καθιστά νόθα λεκτικά σύνολα με κωμική χροιά.