Μισός και πλέον αιώνας χωρίζει τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αιολικής λυρικής ποίησης, τον Αλκαίο και τη Σαπφώ, από το λυρικό ποιητή και μουσικό Ανακρέοντα (περίπου 570-485 π.Χ.), που καταγόταν από την Τέω της Μικράς Ασίας και κατατάσσεται μαζί με τους προαναφερθέντες στους κορυφαίους της μονωδίας.

Σε αντίθεση με το ποιητικό έργο των κορυφαίων του λεσβιακού λυρισμού, που αντανακλά τις αντιλήψεις και τον τρόπο ζωής της αιολικής αριστοκρατίας, η ποίηση του Ανακρέοντα ανήκει σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο, τον ιωνικό κόσμο του 6ου αιώνα π.Χ.

Το 546 π.Χ. κυριεύτηκαν από τους Πέρσες οι Σάρδεις και κατέρρευσε το βασίλειο των Λυδών, γεγονός που έκρινε την τύχη των ιωνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, στις οποίες συγκαταλεγόταν και η Τέως, η γενέτειρα του Ανακρέοντα. Από το σύνολο των πόλεων αυτών, μόνον η Μίλητος κατάφερε να επιτύχει την ανανέωση της συνθήκης συμμαχίας που είχε συνάψει με τους Λυδούς.

Ο περσικός επεκτατισμός είχε πλήξει το στιβαρό κόσμο των Ιώνων, έναν κόσμο που γνώριζε οικονομική άνθηση, δεχόταν άφθονα ερεθίσματα από ξένους πολιτισμούς και έτεινε να απολαμβάνει τις χαρές της ζωής.

Οι κάτοικοι της Τέω, προ του περσικού κινδύνου, εγκατέλειψαν την πόλη τους με πλοία. Ανάμεσα σε αυτούς που εγκαταστάθηκαν στη νέα πατρίδα, τα θρακικά Άβδηρα, ήταν και ο νεαρός Ανακρέοντας. Εκεί γεννήθηκαν οι πρώτοι στίχοι του, άλλοι θρηνητικοί κι άλλοι χαριτωμένοι.