Γιώργος Σκαμπαρδώνης

Η Σαλο-νίκη, όπως το λέει και το όνομά της, είναι η νίκη του σαλού. Καταρχήν είναι η μόνη ανεξίθρησκη ελληνική πόλη που συνεχίζει να έχει για σήμα κατατεθέν της μια τουρκική φυλακή, τον Λευκό Πύργο, τον λεγόμενο παλιότερα και Πύργο του Αίματος ή Κανλί Κουλέ. Διότι, όπως είναι γνωστό, σ’ αυτόν αποκεφάλιζαν κάποτε τους θανατοποινίτες και τα κεφάλια τους κυλούσαν ψηλοκρεμαστά απ’ τις επάλξεις, ως τρίποντα, σε ειδικά καλάθια, ενώ το εξωτερικό τείχος του πύργου βαφόταν απ’ το αίμα κόκκινο, κι αυτό ήταν μέρος της τρυφερής ατραξιόν.

Είναι τώρα η μόνη πόλη που προσφέρει καθημερινά δυνατότητες εκγύμνασης στους κατοίκους της, αφού για να περάσεις ένα πεζοδρόμιο, πρέπει συνήθως να υπερβαίνεις τα τραπεζάκια που καταλαμβάνουν το χώρο με άλμα εις ύψος ή με άλμα επί κοντώ ή επί κοντάρ, όπως το λένε μερικοί. Γι’ αυτό, εξάλλου, οι Θεσσαλονικείς έχουν πολύ ισχυρούς τρικέφαλους στα πόδια και είχαν, επί πολλά χρόνια, δήμαρχο ένα δρομέα.

Είναι η μόνη πόλη που έχει τεράστια παραλία και λιμάνι χωρίς ακτοπλοϊκές συνδέσεις κι όπου, ευτυχώς, δεν υπάρχει βάρκα ή ιστιοπλοϊκό ποτέ, ούτε για δείγμα. Κι αυτό για να μην ενοχλούνται τα βοθρολύματα που κάνουνε αμέριμνα κρόουλ ή ύπτιο και πλημμυρίζουν με μεθυστικές ευωδίες τους περιπατητές και όλα τα ακριβά διαμερίσματα της προκυμαίας, προσδίδοντάς τους έτσι μεγαλύτερη αντικειμενική αξία.

Είναι η μόνη πόλη που δεν ανέχεται την ανισότητα, γι’ αυτό και δεν έχει ούτε έναν ανισόπεδο κόμβο.

Η Θεσσαλονίκη έχει την ωραιότερη πλατεία της Ευρώπης, ωραιότερη ακόμα κι από εκείνη της Σιένας. Ο Εμπράρ κάποτε τη σχεδίασε ώστε από τη θάλασσα να βλέπεις την Πάνω Πόλη κι από την Άνω Πόλη την παραλία – αλλά επειδή εμείς ήμασταν ευφυέστεροι του Εμπράρ, καρφώσαμε ένα τεράστιο ρολόι στην Αριστοτέλους, φοίνικες ως πάνω στην Εγνατία κι έτσι δεν μπορεί να δει κανείς τίποτα, ούτε από κάτω προς τα πάνω, ούτε αντίστροφα. Απολαμβάνει μόνο τους φοίνικες ή βλέπει τους ξύλινους δείχτες του ρολογιού για να δει πώς περνάει η ώρα.

Είμαστε η μόνη απολύτως ασφαλής πόλη εν Ελλάδι, με τόσα στρατόπεδα εντός του πολεοδομικού συγκροτήματος, που μας φυλάνε άγρυπνα από μια νέα τυχόν πολιορκία των Νορμανδών, των Σαρακηνών, των Βησιγότθων ή ακόμα και των Αβάρων.

Το πανεπιστήμιό μας έχει το μεγαλείο να είναι κλεισμένο ακαδημαϊκώς σχολαστικά στον εαυτό του και να μην έχει σχέση ή συνομιλία με τη χυδαία όντως πόλη. Ενώ η Φιλοσοφική ουδέποτε έχει καλέσει εμένα ή άλλον Θεσσαλονικέα συγγραφέα να μιλήσει στους φοιτητές – και ορθώς, για να μη διαταραχθούν οι εμβριθείς έρευνες που γίνονται για τον Σικελιανό και η σχολαστική νεκροτομή του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Κατορθώσαμε να αναπαλαιώσουμε τη Βίλα Μπιάνκα και μερικά ακόμα, ελάχιστα, παλιά, υπέροχα κτίσματα, ώστε να φαίνεται πιο ανάγλυφη η ασχήμια των χιλιάδων υπόλοιπων πολυκατοικιών.

Κι έχουμε το μοναδικό ιστορικό προνόμιο του τέλειου εγκλήματος. Δηλαδή να έχουνε γίνει εδώ μερικές από τις διασημότερες δολοφονίες, όπως του Βασιλιά Γεωργίου Α’, του Γιάννη Ζεύγου, του Τζωρτζ Πολκ, του Λαμπράκη, και να μην έχουνε διαλευκανθεί ποτέ επαρκώς – ενώ είχαμε κι ένα δράκο, εκείνον του Σέιχ Σου, που ποτέ δεν συνελήφθη, ενώ στη θέση του εκτελέστηκε ο Αριστείδης Παγκρατίδης κι έτσι κρατήσαμε τα ήθη μας.

Κι είμαστε η μόνη πόλη στην οποία τα κόμματα της αντιπολίτευσης συνεργάζονται τόσο αρμονικά, αρμονικά και δυναμικά, ώστε καταφέρνουνε επί είκοσι συναπτά έτη να βγαίνει οπωσδήποτε δήμαρχος από την αντίπαλη παράταξη.

Εξάλλου, το πιο διαδεδομένο σπορ, κατά παράδοσιν, στην πόλη είναι το «όλοι εναντίον όλων», έτσι ώστε να μην υπάρχει ποτέ κανένα αποτέλεσμα.

Γι’ αυτό κι εγώ σ’ αυτή τη Σαλονίκη θέλω κι επιμένω να ζω, διότι έχω αναπτύξει κάποιου είδους μπαγιάτικη και βαθιά μαζοχιστική διαστροφή. Κι όποιοι θέλουν ν’ αλλάξουν την πόλη, να τους φάει ο μαύρος λύκος.

Σεπτέμβριος 2013

 

Το ανωτέρω κείμενο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη περιλαμβάνεται στη συλλογική έκδοση της Εταιρείας Συγγραφέων Τόποι της Λογοτεχνίας (εκδόσεις Καστανιώτη, 2015).

* Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1953 και σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε σε εφημερίδες, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, έγραψε σενάρια για τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ και το σενάριο για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος» σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη.

Διηύθυνε την εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» και τα περιοδικά «Θ-97» (Βραβείο Ιπεκτσί), «Τάμαριξ» και «Χίλια Δέντρα». Διετέλεσε διευθυντής του καλλιτεχνικού περιοδικού «Πανσέληνος» της «Κυριακάτικης Mακεδoνίας», που τιμήθηκε με το Ευρωπαϊκό βραβείο European Newspaperdesign Awards 2000.

Η συλλογή διηγημάτων του «Η Στενωπός των υφασμάτων» τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος το 1993. Συνεργάστηκε επί δύο χρόνια με την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Το 2010 τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Μπότση. Το 2012 έλαβε το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών «Πέτρος Χάρης» για το βιβλίο του «Περιπολών περί πολλών τυρβάζω» (Εκδόσεις Πατάκη).