«Θλιβερό» το ότι μετά τα δημοσιεύματα μερίδας του Τύπου που ανέφεραν ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας (σε διάσκεψη) έκρινε αντισυνταγματικό τον ΕΦΚΑ, ακούστηκαν «από κυβερνητικά χείλη ‘παραινέσεις’ προς το Συμβούλιο Επικρατείας σχετικά με την εκδικαζόμενη υπόθεση», τονίζει σε σκληρή δήλωση του ο Δημήτρης Βερβεσός, πρόεδρος της ολομέλειας των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας και πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Ειδικότερα, απαντώντας στην τοποθέτηση του υφυπουργού Εργασίας, Τ.Πετρόπουλου, ο κ. Βερβεσός ανέφερε ότι «τέτοιου είδους τοποθετήσεις, επιδιώκουν να ποδηγετήσουν την δικαστική κρίση, κατά παράβαση της θεμελιώδους συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών».

«Κριτική των δικαστικών αποφάσεων ασφαλώς είναι επιτρεπτή, σε κάθε περίπτωση όμως η δικαστική κρίση πρέπει να γίνεται απολύτως σεβαστή και να εφαρμόζεται απαρέγκλιτα από την εκτελεστική εξουσία» προσθέτει.

Για τη βιωσιμότητα του Ταμείου Νομικών

Σε ό,τι αφορά το θέμα της βιωσιμότητας του ΕΤΑΑ και ειδικά του Ταμείου Νομικών, η κυβέρνηση ουδέποτε εκπόνησε πλήρη αναλογιστική μελέτη για την ένταξή τους στον ΕΦΚΑ, όπως όφειλε, σημειώνει ο πρόεδρος του ΔΣΑ και επισημαίνει:

«Αντίθετα, οι δικηγορικοί σύλλογοι εκπόνησαν μελέτες σχετικά με τη βιωσιμότητα του Ταμείου Νομικών, αφ’ ετέρου πρότειναν εναλλακτικές λύσεις για την απαλλαγή των δικηγόρων από τα δημευτικά υπέρ ΕΦΚΑ ποσοστά (37,95%)».

Ιδίως όμως προκαλεί κατάπληξη η αναφορά ότι το τ. Ταμείο Νομικών δεν διέθετε αποθεματικά, αναφέρει στη δήλωσή του ο Δημήτρης Βερβεσός και προσθέτει: « Όχι μόνο διότι κατά το χρόνο ένταξής του στον ΕΦΚΑ διέθετε περιουσία και αποθεματικά που υπερέβαιναν τα 300.000.000 ευρώ, αλλά κυρίως διότι, ως γνωστόν, το ΤΝ:

α) υπέστη απώλεια άνω των 600.000.000 ευρώ από το PSI, την οποία ουδέποτε η Πολιτεία αποκατάστησε, και

β) ουδέποτε έλαβε την προβλεπόμενη στο Ν.2084/1992 συμμετοχή του κράτους στην τριμερή χρηματοδότηση, ύψους περίπου 250.000.000, παρόλο που άλλα Ταμεία, με υψηλότατα ποσοστά προώρων συνταξιοδοτήσεων (που δεν υπήρχαν στο ΕΤΑΑ) επιδοτούντο τακτικά με τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων.

Σύμφωνα με το πρόεδρο του ΔΣΑ, «το πραγματικό ερώτημα είναι, εάν το κυβερνών κόμμα εμμένει στις προεκλογικές εξαγγελίες περί ληστρικής επιδρομής στα αποθεματικά των Ταμείων μέσω του PSI από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις, και εάν ως εκ τούτου η Κυβέρνηση προτίθεται σήμερα να καταβάλει τα ανωτέρω ποσά (τόσο από το κούρεμα του PSI, όσο και από την οφειλόμενη τριμερή χρηματοδότηση)».

Σε περίπτωση κατά την οποία μετέβαλε γνώμη, τονίζει ο κ. Βερβεσός, «οφείλει να μας εξηγήσει για ποιον λόγο μετέβαλε άποψη, και να αναλάβει τις συνέπειες αυτής της μεταστροφής, χωρίς να απαξιώνει την οικονομική κατάσταση του Ταμείου Νομικών, ενώ είναι γνωστό με ποιον τρόπο έγινε η αφαίμαξη των αποθεματικών του».

Ακόμη, ο κ. Βεβεσός διαψεύδει ως αναληθές, ότι «το Ταμείο Νομικών έπαιρνε τάχα χρήματα από άλλους φορείς για να πληρώνει συντάξεις».

Το αληθές, προσθέτει, «είναι ότι ο ΤΑΝ του ΕΤΑΑ , προκειμένου να μην ρευστοποιήσει (επί ζημία της περιουσίας του) μερίδια εκ του αποθεματικού στο κοινό κεφάλαιο της ΤτΕ, έλαβε χρήματα από νόμιμο εσωτερικό δανεισμό από τομείς του ΕΤΑΑ (και όχι άλλους φορείς), καθώς και την προβλεπόμενη εκ του νόμου επιχορήγηση από το Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ), που κατά το άρθρο 149 του Ν. 3655/2008 έχει ακριβώς αυτόν το σκοπό, η δε χρηματοδότησή του επί μακρόν γινόταν και από το Ταμείο Νομικών».

«Καλό θα ήταν αντί για ανακριβείς δηλώσεις η Κυβέρνηση να ασχοληθεί περισσότερο με τα προβλήματα που ταλανίζουν καθημερινά τους ασφαλισμένους του ΕΦΚΑ, διότι τα προβλήματα που έχει προκαλέσει ο νέος φορέας «μαμούθ» είναι περισσότερα από όσα είχε το Ταμείο Νομικών, και υποτίθεται ότι θα λύνονταν μέσω του υδροκέφαλου ΕΦΚΑ» υπογραμμίζει καταλήγοντας ο κ. Βερβεσός.

Νέες προσφυγές στο ΣτΕ

Παράλληλα, σήμερα ο ΔΣΑ κατέθεσε στο Συμβούλιο Επικρατείας αίτηση ακύρωσης κατά των πρόσφατων εγκυκλίων, με τις οποίες επιβαρύνονται «κατά τρόπο παράνομο και αντισυνταγματικό», ακόμη περισσότερο οι ασφαλισμένοι αυτοαπασχολούμενοι.

«Με τις επίμαχες εγκυκλίους η Κυβέρνηση προσθέτει νέα ασφαλιστικά βάρη σε σχέση με όσα έχουν ήδη νομοθετηθεί, δηλαδή το 37,95% επί του εισοδήματος (άρθρο 39 ν. 4387/2016) και την διεύρυνση της βάσης υπολογισμού των εισφορών (άρθρο 58 ν. 4472/2017) με την προσθήκη σε αυτήν των ασφαλιστικών εισφορών του προηγούμενου έτους».