O σχεδιαστής που ενέπνευσε τον χαρακτήρα του μόδιστρου υψηλής ραπτικής στην ταινία «Phantom Thread» (Αόρατη Κλωστή), ο Τσαρλς Τζέιμς, είναι το θέμα νέας βιογραφίας.

Στο βιβλίο «Charles James: Portrait of an Unreasonable Man» (Charles James: Πορτραίτο ενός παράλογου ανθρώπου) η Μισέλ Γκέρμπερ Κλάιν εξετάζει τη σκληρή, άψογη τελειομανία του Τσαρλς Τζέιμς, ο οποίος ήταν γνωστός ως «αυθεντία της αμερικανικής μόδας».

Ο Τσαρλς Τζέιμς γεννήθηκε στη Βρετανία το 1906 και σπούδασε μουσική και αρχιτεκτονική προτού αρχίσει να σχεδιάζει καπέλα και φορέματα για γυναίκες.

Ήταν γιος ενός Βρετανού αξιωματικού του στρατού και μιας εύπορης κοσμικής από το Σικάγο και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στη μόδα στο Σικάγο ανοίγοντας ένα κατάστημα καπέλων το 1926 με το όνομα Charles Boucheron, επειδή ο πατέρας του απαγόρευσε να χρησιμοποιήσει το οικογενειακό επώνυμο.

Μετακόμισε στη Νέα Υόρκη δύο χρόνια αργότερα και άνοιξε ένα άλλο κατάστημα με καπέλα στο Queens, το 1930 σχεδιάζοντας το αποκαλούμενο taxi dress, το οποίο ονομάστηκε έτσι επειδή ήταν τόσο εύκολο να το φορέσει μια γυναίκα και να μπορεί να γλιστρήσει μέσα και έξω από ένα ταξί. Αργότερα μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου άνοιξε άλλο ένα κατάστημα παραχωρώντας τα σχέδια του σε εμπόρους λιανικής, όπως οι Lord & Taylor και Bergdorf Goodman. Μέχρι το 1939 επέστρεψε στη Νέα Υόρκη.

Η αρχιτεκτονική εκπαίδευσή του εμπλούτισε το γούστο του με ασυμβίβαστη ακρίβεια: ήταν πρωτοπόρος της δομής και της ραπτικής.

Ο Κριστιάν Ντιορ αναφέρθηκε στο έργο του ως έμπνευση για το New Look που λάνσαρε και η Βιρτζίνια Γουλφ τον αποκάλεσε «μεγαλοφυΐα». Εκτός από τη δεξιοτεχνία του, ο Τζέιμς ήταν γνωστός για την πληθωρική προσωπικότητά του.

Σύμφωνα με τον μελετητή μόδας, Χάρολντ Κόντα οι αντιλήψεις του προκαλούσαν διαμάχες και έντονη κριτική.

Ακόμη και όταν ο Τζέιμς κέρδισε αναγνώριση και αφοσιωμένη πελατειακή βάση και έγινε στενός φίλος με την Elsa Schiaparelli και τον Cecil Beaton, τα στοιχεία του χαρακτήρα του επηρέασαν την προσωπική και επαγγελματική ζωή του.

 

«Κανείς δεν αμφισβητεί τη δημιουργική συνεισφορά του Τζέιμς, αλλά ήταν ένας ιδιαίτερα δύσκολος άνθρωπος, ο οποίος, παρόλο που είχε πολλές ιδέες, που ήταν κυρίως προφητικές, ήταν γνωστός για τις κακές επιχειρηματικές του πρακτικές, τις πτωχεύσεις και ακόμη και την ασυδοσία σε οικονομικά θέματα. Έχει περάσει επτά μήνες για να δημιουργήσει ένα μανίκι, αλλά ήταν επίσης σε θέση να κάνει μετατροπές σε ένα φόρεμα ξανά και ξανά μέχρι και πέρα από το χρόνο της εκδήλωσης, στην οποία έπρεπε να φορεθεί. Επιπλέον, έδωσε μερικές φορές στις επιχειρήσεις με τις οποίες είχε συμβόλαια αδειοδότησης κομμάτια τα οποία είχαν ήδη σχεδιαστεί για ιδιώτες πελάτες, οι οποίοι τα είχαν πληρώσει», αναφέρει το WWD.

Παντρεύτηκε την πλούσια, κομψή κληρονόμο, Nancy Lee Gregory από το Κάνσας Σίτι και απέκτησαν δύο παιδιά. Χίρσαν και σταδιακά έμεινε μόνος του.

«Όπως μας λέει ο Τζορτζ Μπέραρντ Σο: μόνον παράλογοι άνδρες αλλάζουν τον κόσμο. Το πορτρέτο της ζωής του βραβευμένου με δύο βραβεία Coty (Αμερικανών Κριτικών Μόδας) σχεδιαστή υψηλής ραπτικής, το έργο του οποίου αποτέλεσε θέμα έκθεσης στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης το 2014 παρουσιάζει τη γοητεία της Ευρώπης τη δεκαετία του 1930 και τη λάμψη της Νέας Υόρκης από τη δεκαετία του ’40 έως τη δεκαετία του ’70, καθώς ταξιδεύει με τον Τζέιμς από τη γέννησή του στην Αγγλία το 1906 και ακολουθεί την καριέρα του μέσα από τις περίπλοκες και ταραγμένες σχέσεις του με ξεχωριστές γυναίκες, όπως η Elsa Schiaparelli και η Eleanor Lambert και τελειώνει με τον μίζερο θάνατό του στο διάσημο Chelsea Hotel της Νέας Υόρκης» αναφέρεται στη σύνοψη της βιογραφίας.

Η Κλάιν χρησιμοποίησε συνεντεύξεις διάρκειας 40 ωρών που ο Τζέιμς ηχογράφησε πριν από το θάνατό του. Η συγγραφέας ρίχνει φως σε ό,τι οδήγησε τον Τζέιμς να δημιουργήσει λαμπρά σχέδια, υιοθετώντας ταυτόχρονα μια ζωή απομόνωσης και αγωνίας. Ιστορίες και φωτογραφίες από τη ζωή του μόδιστρου συνοδεύονται από σκίτσα με σχέδιά του που δείχνουν πόσο η ταυτότητά του πήγαζε από το έργο του.