Υπήρξε από τους κορυφαίους ξιφομάχους της εποχής του και απολάμβανε την εκτίμηση και τον σεβασμό όλων στην Αθήνα. Ωστόσο, με την έναρξη των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896, ελάχιστοι πίστευαν πως ο Λεωνίδας Πύργος θα μπορούσε να συναγωνιστεί αθλητές από χώρες που είχαν στο… DNA τους την ξιφασκία, όπως ήταν για παράδειγμα ο ξακουστός στα πέρατα της Ευρώπης Μορίς Περονέ.

Ο κόσμος περισσότερο μαζεύτηκε στο Ζάππειο από περιέργεια και όχι για να πανηγυρίσει κάποια επιτυχία. Και όλοι αυτοί εκείνη την ημέρα της 7ης Απριλίου, μιας ημέρας σαν σήμερα δηλαδή, έγιναν μάρτυρες μιας ιστορικής στιγμής… Του πρώτου χρυσού μεταλλίου για την Ελλάδα στην σύγχρονη εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων.

 

Οικογενειακή παράδοση

Ο Λεωνίδας Πύργος γεννήθηκε το 1871 στην Μαντίνεια της Αρκαδίας, ενώ ο πατέρας του, Νικόλαος, υπήρξε σπουδαίος οπλοδιδάσκαλος, ο πρώτος χρονολογικά στην Ελλάδα, και δίδασκε στην απαιτητική Σχολή Ευελπίδων και στην Σχολή υπαξιωματικών του Στρατού. Παράλληλα ανέπτυξε και συγγραφική δράση, γράφοντας τα πρώτα ελληνικά εγχειρίδια για την ξιφασκία, όπως το «Οπλομαχητική», αλλά και γενικότερα για την εκγύμναση των νέων, όπως το «Ανόργανος παιδαγωγική γυμναστική» και το «Ημιοργανική παιδαγωγική γυμναστική». Οι τεχνικοί όροι που εισήγαγε στο βιβλίο του «Οπλομαχητική» παραμένουν ίδιοι μέχρι σήμερα στα Σώματα του Στρατού.

Ο Νικόλαος Πύργος δίδασκε την γαλλική σχολή της ξιφασκίας, ενώ ο έτερος σπουδαίος οπλοδιδάσκαλος της εποχής, ο Ηλιόπουλος, ο οποίος είχε ιδιωτική σχολή πίσω από το παλιό Δημαρχείο της πόλης, δίδασκε την ιταλική. Πάντως και οι δύο πρόσθεταν και κάποια στοιχεία της μεγαλύτερης σχολής, που ήταν η ουγγρική.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ήταν φυσιολογικό ο Λεωνίδας να εξοικειωθεί από μικρός με το ξίφος και μετά την εφηβεία έγινε μέλος της «κλειστής» Αθηναϊκής Λέσχης. Το στιλ του, η ευστροφία του μέσα στον αγώνα, η θαυμαστή αυτοσυγκέντρωση, η ταχύτητα στα χτυπήματα, η αυτοπεποίθηση και το πνεύμα του νικητή που διέθετε, τον κατέστησαν ανίκητο εντός των συνόρων και σύντομα αναγνωρίστηκε ως master κι έτσι έγινε και αυτός με την σειρά του οπλοδιδάσκαλος.

 

Μια ιστορική μονομαχία

Συναναστράφηκε σπουδαίους masters ξιφομάχους της εποχής και ανάμεσά τους ήταν και ο Γάλλος παγκόσμιος πρωταθλητής Μορίς Περονέ, ο οποίος αγαπούσε πολύ την Ελλάδα και όχι απλώς την επισκεπτόταν, αλλά κατά περιόδους έμενε στην Αθήνα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι δυό τους ανέπτυξαν φιλία, υπήρξαν ονομαστοί «μπον-βιβέρ» της εποχής, με μεγάλη λατρεία και οι δύο για τις γυναίκες, και συχνά-πυκνά μονομαχούσαν μεταξύ τους. Όταν προκηρύχθηκαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας, ο Περονέ, ως παγκόσμιος πρωταθλητής, ήταν το μεγάλο φαβορί για τη νίκη κι ένα από τα χρυσά μετάλλια που ο Πιέρ Ντε Κουμπερτέν θεωρούσε «σίγουρα» για την Γαλλία.

Η τύχη το θέλησε έτσι και στην κατηγορία ξίφους ασκήσεως οπλοδιδασκάλων (masters), την 2η ημέρα των Αγώνων, στις 7 Απριλίου 1896 (26 Μαρτίου με το παλιό ημερολόγιο), βρέθηκαν οι δυό τους πάνω στην ειδική εξέδρα που είχε κατασκευαστεί για τους Αγώνες της ξιφασκίας μπροστά από το Ζάππειο Μέγαρο, να αναμετρώνται στον τελικό. Ο ένας γνώριζε καλά την τεχνική του άλλου και λόγω της δεξιοτεχνίας τους, ο αγώνας υπήρξε αμφίρροπος και για αρκετή ώρα το σκορ ήταν 1-1 στα σημεία (τα 3 σημεία έδιναν τη νίκη). Ο κόσμος που είχε μαζευτεί γύρω από την εξέδρα, άλλοτε φώναζε από ενθουσιασμό βλέποντας το υψηλού επιπέδου παιχνίδι των δύο ξιφομάχων και άλλοτε κρατούσε την αναπνοή του από την αγωνία και επικρατούσε απόλυτη ησυχία.

Σύμφωνα με τις περιγραφές του Τύπου της εποχής, μια πανέξυπνη κίνηση του Πύργου έκανε το σκορ 2-1 υπέρ του και τότε ο Περονέ αποφάσισε να εξαπολύσει την επίθεσή του με απανωτά χτυπήματα. Στο καθοριστικό αυτό σημείο του τελικού, φάνηκε όχι μόνο η ψυχραιμία του Έλληνα ξιφομάχου, αλλά και η υψηλή τεχνική που διέθετε στις αποκρούσεις και κυρίως η εκπληκτική ταχύτητά του. Χάρη σε αυτή την ταχύτητα, απέφυγε ένα χτύπημα, έκανε αστραπιαία έναν ελιγμό και έδωσε το δικό του τελικό χτύπημα στον αντίπαλό του.

Το τι ακολούθησε δεν περιγράφεται… Η Ελλάδα είχε έναν Ολυμπιονίκη, τον πρώτο χρονικά στην σύγχρονη εποχή! Ο κόσμος όρμησε πάνω του, τον σήκωσε στους ώμους και άρχισε να τον περιφέρει στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, γύρω από το Σύνταγμα και την Μητρόπολη, όπου ο Λεωνίδας Πύργος γνώρισε πραγματική αποθέωση από τα πλήθη.

Τιμές και δόξα

Στην συνέχεια ακολούθησαν άλλα εννιά χρυσά μετάλλια για την Ελλάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, όμως αυτό του Αρκάδα Ολυμπιονίκη ήταν το πρώτο χρονικά και μοιραία απέκτησε την δική του ιστορική αξία. Ανάμεσα στα χρυσά μετάλλια ήταν κι αυτό του Σπύρου Λούη στον Μαραθώνιο, τρεις ημέρες αργότερα, που επισκίασε κάθε άλλο και ανέδειξε τον Μαρουσιώτη δρομέα σε μορφή της διοργάνωσης. Ο Λεωνίδας Πύργος βρισκόταν εκεί, στο Καλλιμάρμαρο, την στιγμή που έμπαινε ο Λούης και αμέσως μετά τον τερματισμό, ήταν από τους πρώτους που έτρεξε για να πανηγυρίσει μαζί του.

Και στην ξιφασκία η Ελλάδα κατέκτησε στην συνέχεια άλλο ένα χρυσό μετάλλιο, με τον Ιωάννη Γεωργιάδη στην σπάθη, ενώ είχε ακόμη μια δεύτερη θέση με τον Τηλέμαχο Καράκαλο, επίσης στην σπάθη, και μια τρίτη θέση με τον Περικλή Πιερράκο-Μαυρομιχάλη στο ξίφος ασκήσεως. Αυτά είναι τα μοναδικά μετάλλια που έχει κατακτήσει μέχρι σήμερα η Ελλάδα στο συγκεκριμένο άθλημα.

Ο Ολυμπιονίκης Λεωνίδας Πύργος με την πρωτιά του μπήκε για πάντα στο «Πάνθεον» των Ελλήνων αθλητών. Γνώρισε μεγάλη δόξα μετά τους Αγώνες και τιμήθηκε από το Βασιλικό ζεύγος για την προσφορά την δική του και της οικογενείας του. Τα επόμενα χρόνια της ζωής του υπήρξε από τα πλέον σεβαστά πρόσωπα της αθηναϊκής κοινωνίας, εκ των κορυφαίων οπλοδιδασκάλων, ενώ όπως ο πατέρας του, έγραψε μια σειρά από εγχειρίδια για την ξιφασκία.