Το ρήμα ίσταμαι (είμαι ή μένω όρθιος, στήνομαι, τοποθετούμαι, βρίσκομαι σε ορισμένη κατάσταση, είμαι σταθερός, παραμένω ακίνητος) της αρχαίας ελληνικής γλώσσας έγινε στη νέα ελληνική γλώσσα στέκω ή στέκομαι.

Όμως, διατηρείται παράλληλα και ο αρχαιοπρεπής τύπος του ρήματος, από τον οποίο σχηματίζονται ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο αόριστος πολλών σύνθετων ρημάτων (ανθίσταμαι, αφίσταμαι, διίσταμαι, εξανίσταμαι, καθίσταμαι, παρίσταμαι, συμπαρίσταμαι, συνίσταμαι, υφίσταμαι):

ανθίσταται η Ελλάδα, αφίσταντο από τον ακραίο δημοτικισμό, διίστανται οι απόψεις, εξανίστατο ο συνήγορος, κατέστη σαφές, παρέστη η ανάγκη, συμπαρίστανται οι συγγενείς, υφιστάμεθα ταλαιπωρίες.

Στο παρόν άρθρο θα μας απασχολήσει το ρήμα συνίσταμαι, καθώς και η σημασιολογική διαφορά μεταξύ των τύπων συνίσταται και συνιστάται.

Το συνίσταμαι κλίνεται στον ενεστώτα και τον παρατατικό ως εξής:

συνίσταμαι, συνίστασαι, συνίσταται, συνιστάμεθα, συνίστασθε, συνίστανται (ενεστώτας), συνιστάμην, συνίστασο, συνίστατο, συνιστάμεθα, συνίστασθε, συνίσταντο (παρατατικός).

Ανάλογα με την πρόθεση με την οποία συντάσσεται, το συνίσταμαι σημαίνει είτε αποτελούμαι – συντίθεμαι – απαρτίζομαι (μαζί με την πρόθεση από) είτε έγκειται – βρίσκεται – εντοπίζεται – ενυπάρχει (ως τριτοπρόσωπο ρήμα, μαζί με την πρόθεση σε). Ιδού τα σχετικά παραδείγματα:

«Το νερό συνίσταται από υδρογόνο και οξυγόνο», «Η τωρινή κυβέρνηση συνίσταται από τους βουλευτές δύο κομμάτων», «Ο θίασος συνίσταται από γνωστούς ηθοποιούς», «Η ευθύνη του συνίσταται στο να εξασφαλίσει τα ποσά που είναι αναγκαία για την υλοποίηση του σχεδίου», «Αδυνατεί να αντιληφθεί σε τι συνίσταται το πραγματικό πρόβλημα», «Η μεγάλη διαφορά των δύο υποψηφίων συνίσταται στην εργασιακή πείρα».

Σε αρκετές περιπτώσεις, τόσο στο γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο, συγχέονται τα παρώνυμα συνίσταται και συνιστάται, που μοιάζουν φωνητικώς, αλλά διαφέρουν σημασιολογικώς.

Στο συνίσταται (τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος συνίσταμαι) αναφερθήκαμε ήδη αναλυτικά. Το συνιστάται (τρίτο ενικό πρόσωπο του ρήματος συνιστώμαι) σημαίνει προτείνεται – υποδεικνύεται – δίδεται συμβουλή – γίνεται σύσταση, αλλά και ιδρύεται – συγκροτείται – θεσμοθετείται:

«Στις δύσκολες αυτές στιγμές συνιστάται προπάντων ψυχραιμία», «Τις ώρες του καύσωνα συνιστάται να μην κυκλοφορούν οι ηλικιωμένοι στους δρόμους», «Στην περίπτωσή του συνιστάται να διακόψει αμέσως κάθε είδους σχέση μαζί τους», «Κατόπιν αποφάσεως του αρμόδιου υπουργού συνιστάται επιτροπή για τη διερεύνηση της αεροπορικής τραγωδίας», «Το 1814 συνιστάται στην Οδησσό από τους Ξάνθο, Σκουφά και Τσακάλωφ η Φιλική Εταιρεία».

Έχοντας κατά νουν τα ανωτέρω, είμαστε πλέον σε θέση να αντιληφθούμε τα λάθη που κάνουν πλείστοι όσοι όταν επιχειρούν να εντάξουν τους τύπους συνίσταται και συνιστάται στους λόγους ή στα κείμενά τους.