Βαγγέλης Στεργιόπουλος

Με το λεγόμενο Μακεδονικό Ζήτημα να εμφανίζεται ύστερα από αρκετά χρόνια και πάλι στο προσκήνιο και τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ να βρίσκονται ως γνωστόν σε εξέλιξη, θεωρήσαμε σκόπιμο και ωφέλιμο να μοιραστούμε μαζί σας πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε ένα βιβλίο που συνέγραψε προ πολλών ετών ο Δημήτρης Ι. Τσιμπουκίδης με τίτλο «Φίλιππος Β’ ο Μακεδών και ο ιστορικός του ρόλος» (εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, 1985).

Έχουμε την άποψη ότι τα όσα θα διαβάσετε στις γραμμές που ακολουθούν έχουν ιδιαίτερη αξία για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι γράφτηκαν αρκετά χρόνια πριν ξεσπάσει η κρίση αναφορικά με το Μακεδονικό, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, κρίση που μας ταλανίζει ως κρατική οντότητα και ως κοινωνικό σώμα ακόμη και σήμερα. Ο δεύτερος, ότι ο συγγραφέας της εν λόγω μονογραφίας, ο Δημήτρης Τσιμπουκίδης, πανεπιστημιακός καθηγητής  και διδάκτωρ Ιστορίας Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ τον καιρό της εκδόσεως του συγγραφικού πονήματος, έχει ως αφετηρία του στοχασμού του κάθε άλλο παρά εθνικιστικές αντιλήψεις, δυστυχώς ευρύτατα διαδεδομένες στη σημερινή εποχή.

Ο ίδιος, στο προλογικό σημείωμα του έργου του, σπεύδει να δηλώσει τα εξής: «Μα η πιο μεγάλη δυσκολία είναι η προσπάθεια για μια νέα θεώρηση του υλικού που έδωσαν οι κάθε λογής πηγές, αυτή τη φορά από θέσεις μαρξιστικές. Αυτό, θέλουμε να πιστεύουμε, είναι το νέο στοιχείο που προσφέρει η μονογραφία αυτή».

Τούτων δοθέντων, ας δούμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα του συγγραφικού έργου του Δημήτρη Τσιμπουκίδη σχετικά με τη Μακεδονία και τους Μακεδόνες:

Ερευνητές σε διάφορες χώρες του κόσμου, που άρχισαν να μελετούν την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας γενικά και την ιστορία του Φιλίππου Β’ ιδιαίτερα, υποστήριξαν διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη φυλετική καταγωγή των αρχαίων Μακεδόνων. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι ο Ο. Μύλλερ [στο έργο του] «Περί τόπου, καταγωγής και αρχαίας ιστορίας του μακεδονικού λαού», όπου επιχείρησε να μελετήσει το πρόβλημα της εθνικής ένταξης των Μακεδόνων και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι «ιλλυρικής καταγωγής». Ο Μύλλερ έγραψε ότι τα μακεδονικά έθιμα δεν μοιάζουν με τα ελληνικά, στηρίχτηκε περισσότερο στους λόγους του Δημοσθένη, σε ορισμένα σημεία των λόγων του Ισοκράτη, ισχυρίστηκε ακόμα πως η γλώσσα τους δεν ήτανε ελληνική και επικαλέστηκε το διαχωρισμό που κάνουν οι αρχαίοι ιστοριογράφοι ανάμεσα σε Μακεδόνες και Έλληνες.

Είναι γεγονός ότι ο Δημοσθένης χαρακτήριζε το Φίλιππο και τους Μακεδόνες «βάρβαρους», αλλά με αυτό ήθελε μόνο να υπογραμμίσει την πολιτιστική υπεροχή των άλλων Ελλήνων. Έτσι επιδίωκε να πείσει τους Αθηναίους για την ανάγκη να αποκρουστεί μια πιθανή επίθεση.

Θα ήτανε άτοπο, ίσως, να σταθούμε εδώ στο πρόβλημα της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων, αν δεν εξακολουθούσε να υπάρχει η άποψη ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν ήτανε Έλληνες, αλλά απόγονοι των παραδουνάβιων θρακικών φυλών. Για πολλούς ερευνητές το ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Κατά τη γνώμη μας, ο Φίλιππος Β’ και ο γιος του Αλέξανδρος ήτανε ελληνικής καταγωγής. Η άποψη αυτή στηρίζεται στις μαρτυρίες των εκπροσώπων της αρχαίας ιστοριογραφίας, μαρτυρίες που στο μεγαλύτερο μέρος τους έχουν σαν βάση τις ιστορικο-φιλολογικές πηγές.

Ήδη τον 5ο αιώνα π.Χ. διαμορφώθηκε ένα σύνολο αντιλήψεων ότι οι Μακεδόνες μονάρχες ήτανε ελληνικής καταγωγής, οι δε μακεδονικές φυλές «βάρβαρης» (η άποψη αυτή υπάρχει στους Ηρόδοτο, Θουκυδίδη, Ισοκράτη, στους μεταγενέστερους ιστοριογράφους Διόδωρο, Αρριανό, Κούρτιο, επίσης στους λόγους του Δημοσθένη και Αισχίνη). Γενικά η γνώμη για την ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων συνδέεται με τη μεταγενέστερη αρχαιότητα, επίσης με τις σκόρπιες μαρτυρίες που υπάρχουν στα έργα του Πολύβιου, του Πλούταρχου, του Λίβιου. Κρίνοντας από ορισμένες αρχαίες μαρτυρίες, μπορούμε να πούμε πως η αφοσίωση των αρχαίων Μακεδόνων σε καθετί ελληνικό ήτανε αναντίρρητη.

Ο Πλούταρχος θεωρεί το Φίλιππο Β’ γνήσιο Έλληνα, συνδέει την παραμονή του στη Θήβα, όπου έμεινε τρία χρόνια όμηρος, με τη μόρφωση που πήρε εκεί.

Αρκετοί γνωστοί επιστήμονες μετά το Μύλλερ [δηλαδή μετά το 1825], όπως οι Άμπελ, Γκέγιερ και άλλοι, που ασχολήθηκαν με τη φυλετική καταγωγή των Μακεδόνων, υποστήριξαν την ελληνικότητά τους.

Ο Γερμανός ιστορικός Άμπελ, τον περασμένο ακόμη αιώνα, στη μονογραφία του «Η Μακεδονία ως το Φίλιππο Β’» (1874), έκανε προσπάθεια να μελετήσει το πρόβλημα της εθνογένεσης των αρχαίων Μακεδόνων. Συμπέρασμά του: οι αρχαίοι Μακεδόνες ήτανε Έλληνες. Αναφέρει αρκετά παραδείγματα γλωσσικής ομοιομορφίας, επίσης ομοιότητας στα ήθη, έθιμα, καθώς και στους πολιτειακούς θεσμούς. Η μακεδονική διάλεκτος, λέει ο Άμπελ, ύστερα από τη σχετική μελέτη που έκανε, αποδείχνει την ελληνική καταγωγή των Μακεδόνων, και καταλήγει ότι η θρησκεία των Ελλήνων ήτανε και θρησκεία των Μακεδόνων.

Η μονογραφία του Φ. Γκέγιερ «Η Μακεδονία πριν από το Φίλιππο Β’» ασχολείται και με την καταγωγή των αρχαίων Μακεδόνων και υποστηρίζει την ελληνικότητά τους. Παραθέτει στοιχεία για τον εξελληνισμό, όπως λέει, της Μακεδονίας μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα (επικράτηση της ελληνικής γλώσσας στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, πλαισίωση του μακεδονικού στρατού με Έλληνες αξιωματικούς κ.ά.). Υπογραμμίζει ότι ο χαρακτηρισμός «βάρβαροι» που υπάρχει στις πηγές είναι πολιτιστικός και όχι φυλετικός.

Η μελέτη του προβλήματος της εθνογένεσης των Μακεδόνων στην ελληνική ιστοριογραφία ανάγεται στη γλωσσολογική έρευνα ενός αριθμού λέξεων και κυρίων ονομάτων και στα αρχαιολογικά ευρήματα. Από γλωσσολογική άποψη, με το πρόβλημα αυτό ασχολήθηκαν ο Γ. Χατζιδάκις και αργότερα οι Γ. Καλλέρης και Ν. Ανδριώτης. Όλοι, όπως και αρκετοί άλλοι ξένοι ερευνητές, υποθέτουν πως δεν υπήρχε φυλετικός διαχωρισμός, ότι η γλώσσα των Μακεδόνων ήτανε στη βάση της ελληνική με ένα στρώμα διαλέκτου ξένης προέλευσης.

Αντίθετα, ο Ταρν και μερικοί άλλοι ερευνητές ισχυρίζονται ότι η μακεδονική διάλεκτος είχε πολλές επιστρώσεις, ελληνικές και «βαρβαρικές», πράγμα που δεν δέχεται η ελληνική ιστοριογραφία. Παρά τις διαφορές που υπάρχουν, οι απόψεις αυτές έχουν ένα κοινό σημείο: τον εξελληνισμό των αρχαίων Μακεδόνων, που έγινε με γρήγορους ρυθμούς.

Η σοβιετική ιστοριογραφία θεωρεί ότι η εθνογένεση των Μακεδόνων υπήρξε μια διαδικασία μακρά και περίπλοκη, εφόσον οι Μακεδόνες σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους συνδέονταν στενά με άλλους βαλκανικούς λαούς, τόσο ελληνικής όσο και ιλλυρο-θρακικής προέλευσης. Ο Σοβιετικός ερευνητής Α. Σόφμαν γράφει: «Η πλατιά διαδομένη άποψη για την ελληνική καταγωγή των Μακεδόνων απολυτοποιεί τη μια πλευρά του ζητήματος, δηλαδή το ρόλο του ελληνικού στοιχείου στον τομέα της μακεδονικής εθνογένεσης, και αρνείται εντελώς τη σημασία των πολυάριθμων φυλετικών ομάδων που ζούσαν στο έδαφος του βόρειου τμήματος της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ιδιαίτερα δεν παίρνεται υπόψη ο τοπικός πληθυσμός της παραδουνάβιας κουλτούρας και η διαδικασία της διασταύρωσής του με την πλουσιότατη κουλτούρα της Μικράς Ασίας».

Γενικά όσοι σήμερα αμφισβητούν την ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων δεν παίρνουν υπόψη τα αρχαιολογικά ευρήματα στη Μακεδονία, όχι μόνο τα παλαιότερα της περιοχής Τρεμπένιστε, αλλά και τα εντελώς πρόσφατα ευρήματα της Βεργίνας με τα ελληνικά ονόματα δεκάδων Μακεδόνων που υπάρχουν σε στήλες του 4ου αιώνα π.Χ.

in.gr