Την προσοχή μας προσελκύει, όπως είναι φυσικό, και το ερώτημα εάν ο πρωταρχικός μύθος που ερμηνεύει τη φύση των ανθρώπων αποτελεί όντως μέρος του αρχαιότερου στρώματος της ορφικής φιλολογίας, που τοποθετείται στον 6ο αιώνα π.Χ.

Σύμφωνα με τον εν λόγω μύθο, οι Τιτάνες κατασπάραξαν τον Διόνυσο μωρό και τον καταβρόχθισαν. Ο κεραυνός του Δία τούς έκανε στάχτη, από την οποία βγήκε ο άνθρωπος. Έτσι, ο τελευταίος έχει μέσα του αφενός το διονυσιακό-θεϊκό στοιχείο και αφετέρου την τιτανική-γήινη κακότητα. Οι άνθρωποι οδηγούνται προς τη λύτρωση μέσα από την προσπάθεια να διαχωρίσουν μέσα τους το διονυσιακό στοιχείο από το τιτανικό.

Σε κάθε περίπτωση, στον 6ο αιώνα π.Χ. αναπτύχθηκαν αντιλήψεις για τη φύση και τις τύχες της ανθρώπινης ψυχής που διέφεραν σε σημαντικό βαθμό από τις ομηρικές. Σύμφωνα με αυτήν την πίστη, που συνδεόταν χωρίς καμία αμφιβολία με τον ορφισμό και το μυστικισμό, την πραγματική φύση του ανθρώπου, ό,τι θεϊκό υπάρχει μέσα του, το έχει μαζί της η ψυχή. Αυτή, μετά το θάνατο, δε βυθίζεται σαν φευγαλέα σκιά στο μουχλιασμένο Άδη, αλλά καλείται να δώσει λογαριασμό για τις πράξεις της και να περάσει μια σειρά από γεννήσεις, που θα την οδηγήσουν είτε πίσω, στη θεϊκή πατρίδα της, είτε σε αιώνια καταδίκη.

Στον 5ο αιώνα π.Χ. μια ορφική κίνηση επιχείρησε να οδηγήσει τον άνθρωπο στην κάθαρση, στον εξαγνισμό της ψυχής του, στην απελευθέρωσή της από τη σωματικότητα και στη διαρκή ένωση με τη θεότητα.

Με την πάροδο του χρόνου η κίνηση αυτή, ο ορφισμός, εξελίχθηκε σε μυστηριακή λατρεία με ιδιαίτερες τελετουργίες, που στρέφονταν κατά κύριο λόγο γύρω από το πρόσωπο του Διονύσου και του Ορφέα. Λέγεται ότι οι ορφικοί —οι οπαδοί της ορφικής κίνησης και φορείς νέων θρησκευτικών στοιχείων— συγκροτούσαν θιάσους για την τέλεση κοινής μυστηριακής λατρείας, η οποία απέβλεπε στη μυστική ένωση με τον Διόνυσο και, μέσω αυτής, στη λύτρωση.

Κατά τους ορφικούς, ο λεγόμενος ορφικός βίος, ο τρόπος διαβίωσης που στηριζόταν στην άσκηση, τις απαγορεύσεις και τους κανόνες αποχής, σε συνδυασμό με τις τελετές καθαρμού, τη μύηση στα μυστήρια και την ωμοφαγία, μπορούσε να εξασφαλίσει την απελευθέρωση της ψυχής από το σωματικό στοιχείο και τη διαρκή ένωσή της με το θεϊκό.

Δε γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας εάν ο ορφισμός είχε καθαρά ελληνική αφετηρία, ούτε κατά πόσο σχετιζόταν με τη διδασκαλία της Ανατολής για την περιπλάνηση των ψυχών.

Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο ορφισμός αποτελεί κομμάτι του ελληνικού κόσμου, καθώς και ότι είχε στη διάθεσή του μια πλούσια γραμματεία. Πέραν των θεογονικών συγγραμμάτων, συμπεριελάμβανε Καθαρμούς (καθαρτήρια ποιήματα) και, ενδεχομένως, μια Κατάβασιν, ένα ποίημα για την κάθοδο του Ορφέα στον Άδη.

Από τη γραμματεία αυτή χάθηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους τα ποιήματα που περιείχαν τη θεογονία και την κοσμογονία των ορφικών, ενώ σώθηκαν οι Ορφέως ύμνοι προς Μουσαίον, ένα έπος με τον τίτλο Αργοναυτικά και ένα ποίημα με τον τίτλο Λιθικά (αναφέρεται στη δύναμη και την επενέργεια των λίθων).

Ο Ορφέας και ο ορφισμός (Μέρος Α’)

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr