Δύο μεταβατικά αποθετικά ρήματα που πολλές φορές συντάσσονται με λανθασμένο τρόπο, ακόμη και από ομιλητές ή συντάκτες κειμένων που κατά γενική ομολογία χειρίζονται την ελληνική γλώσσα με άνεση, είναι το επιδέχομαι και το μετέρχομαι.

Το επιδέχομαι, ρήμα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας με τη σημασία τού δέχομαι κάτι επιπροσθέτως, απαντά στη νέα ελληνική γλώσσα μόνο στον ενεστώτα και τον παρατατικό, έχοντας την έννοια τού μπορώ ή έχω τη δυνατότητα να δεχθώ κάτι.

Το ρήμα επιδέχομαι συντάσσεται με αιτιατική και όχι με γενική, όπως συχνά-πυκνά ακούμε και διαβάζουμε:

«Είμαι βέβαιος ότι το κείμενό σου επιδέχεται αρκετές βελτιώσεις από συντακτικής απόψεως», «Το κύριο άρθρο που δημοσιεύτηκε την Τρίτη στη συγκεκριμένη εφημερίδα επιδέχεται πολλές ερμηνείες», «Θεωρεί ότι το εν λόγω θέμα δεν επιδέχεται καμία άλλη συζήτηση», «Εύχομαι να διαψευστούν όσοι ισχυρίζονται ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν επιδέχεται λύση».

Με το ρήμα επιδέχομαι συνδέονται τα λόγια επίθετα επιδεκτικός και ανεπίδεκτος, που δέχονται ως συμπλήρωμα ουσιαστικό σε γενική πτώση:

«Φρονώ ότι οι μαθητές στους οποίους αναφέρεσαι είναι επιδεκτικοί βελτιώσεως, παρά τη φαινομενική αδιαφορία τους για την εκπαιδευτική διαδικασία», «Το παρήγορο είναι ότι το κείμενο της συμφωνίας είναι επιδεκτικό τροποποιήσεων», «Ανεπίδεκτοι μαθήσεως χαρακτηρίζονται όσοι δεν είναι σε θέση να διδαχθούν ή να μάθουν κάτι», «Η επιχειρηματολογία του είναι όντως ακλόνητη, ανεπίδεκτη αμφισβητήσεως».

Το μετέρχομαι, ρήμα επίσης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, με πλούσιο σημασιολογικό περιεχόμενο (προχωρώ μεταξύ άλλων, επιτίθεμαι, απέρχομαι, αναζητώ, επιδιώκω, καταδιώκω, ικετεύω, πολιορκώ γυναίκα κ.ά.), έχει στη νέα ελληνική γλώσσα διττή σημασία: είναι συνώνυμο αφενός μεν του χρησιμοποιώ ή μεταχειρίζομαι (μέθοδο, μέσο, τακτική, τέχνασμα κ.λπ.), αφετέρου δε του ασκώ (όταν γίνεται λόγος για συγκεκριμένο επάγγελμα, βιοποριστική ασχολία ή δραστηριότητα).

Και στις δύο περιπτώσεις το ρήμα μετέρχομαι συντάσσεται με αιτιατική και όχι με γενική, παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη περί του αντιθέτου:

«Δεν είναι δυνατόν να μου ζητάς να εγκρίνω τις μεθόδους που μετέρχεται», «Μετέρχονται αθέμιτα μέσα για να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους», «Για να τον πείσει να υπογράψει τη νέα σύμβαση, μετήλθε ένα τέχνασμα», «Σύμφωνα με τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης, η αστυνομική δύναμη μετήλθε ωμή βία, προκειμένου να μην επιτρέψει στους διαδηλωτές να προχωρήσουν», «Ο πατέρας μου μετήλθε το ιατρικό επάγγελμα από το 1953 έως το 1990», «Ολοένα και περισσότεροι νέοι στην Ελλάδα του 2018 μετέρχονται επαγγέλματα που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τις σπουδές ή τις φιλοδοξίες τους».

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr