Πέραν των μύθων με θέμα τα ζώα, αξιοσημείωτο ρόλο στην αφηγηματική λογοτεχνία των Ελλήνων, ιδιαίτερα στον ιωνικό χώρο, διαδραμάτισαν και οι λεγόμενες μυθιστορίες (νουβέλες), μυθοπλαστικά δημιουργήματα που υπήρχαν από πολύ νωρίς και συνδέθηκαν στο διάβα του χρόνου με προσωπικότητες του μύθου ή της ιστορίας.

Ως γνωστόν, τα χρόνια περί το 600 π.Χ. είναι η εποχή των μεγάλων προσωπικοτήτων, των ισχυρών ανδρών που —ως δικαστές, ως νομοθέτες, αλλά και ως τύραννοι— ανέπτυξαν έντονη δραστηριότητα και έμειναν στη μνήμη των ανθρώπων, ακόμη κι αν σε ορισμένες περιπτώσεις ετίθετο εν αμφιβόλω η ηθική διάσταση των πράξεών τους.

Μέσα στο πλαίσιο του ζωηρού ενδιαφέροντος των Ελλήνων για τη διαμόρφωση κύκλων, γεννήθηκε η παράδοση για τη ζωή και τις απόψεις των Επτά Σοφών, που μπόρεσε να μείνει ζωντανή —διαμέσου μετατροπών και συμπληρώσεων— έως το τέλος της αρχαιότητας.

Ο συγκεκριμένος αριθμός οφείλεται μάλλον σε επίδραση εξ ανατολών, σε ανατολική παράδοση. Ήδη στο περίφημο έπος του Γκιλγκαμές γίνεται λόγος για Επτά Σοφούς, που έλαβαν μέρος στην ανέγερση των τειχών της πόλης Ουρούκ.

Τέσσερις εξέχουσες προσωπικότητες κατάφεραν να παραμείνουν ανεπηρέαστες από τις διαδοχικές αλλαγές των ονομάτων και να διατηρήσουν τη θέση τους μέσα στον περίφημο κύκλο των Επτά Σοφών της αρχαίας Ελλάδας: ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο Βίας ο Πριηνεύς, ο Πιττακός ο Μυτιληναίος και ο Σόλωνας ο Αθηναίος.

Ο Περίανδρος ο Κορίνθιος, που συμπεριλαμβανόταν αρχικά στον κατάλογο των Επτά Σοφών, έπεσε αργότερα θύμα της τάσης για απόρριψη των τυράννων. Αξιοπρόσεκτη είναι, από την άλλη πλευρά, η εισχώρηση του σκύθη Ανάχαρση στον κύκλο των Επτά Σοφών, ως φορέα του ιδανικού μιας αδιάφθορης και πρωτόγονης αντίληψης για τη ζωή.

Σε κάθε περίπτωση, οι γνώμες, οι αποφθεγματικές ρήσεις, των Επτά Σοφών της αρχαίας Ελλάδας αποβλέπουν πέρα για πέρα στην πρακτική σοφία, ενώ η προτροπή τους για το μέτρο, την αποφυγή υπερβολών και ακροτήτων, ηχεί εντονότατα.

Όπως φανερώνουν μεταγενέστερες δημιουργίες, πρέπει να υπήρχε μια πρώιμη λαϊκή περιγραφή ενός συμποσίου των Επτά Σοφών. Τα συμποτικά τραγούδια τους, τα σκόλια, επέζησαν χάρη στον Διογένη τον Λαέρτιο (αρχές 3ου αιώνα μ.Χ., σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή), ενώ αποφθέγματά τους διέσωσαν ο Δημήτριος ο Φαληρεύς (4ος-3ος αιώνας π.Χ.) και, πολύ αργότερα, ο Ιωάννης Στοβαίος (5ος αιώνας μ.Χ.).

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr