Στον κόσμο της αρχαϊκής ποίησης, ο Στησίχορος εκπροσωπεί το Δυτικό ελληνισμό, τις ελληνικές αποικίες της Δύσης, που κατάφεραν, στο πλαίσιο του δεύτερου ελληνικού αποικισμού (8ος-6ος αιώνας π.Χ.), να γνωρίσουν περίοδο μεγάλης οικονομικής άνθησης.

Έλληνας της Δύσης λοιπόν, ο Στησίχορος γεννήθηκε στο Μάταυρο, μια λοκρική αποικία στην Κάτω Ιταλία, αλλά πέρασε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του στην Ιμέρα, στη βόρεια ακτογραμμή της Σικελίας, γι’ αυτό και έφερε την προσωνυμία Ιμεραίος.

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, στην Ιμέρα, από την άποψη του πληθυσμού και της γλώσσας, είχαν αναμιχθεί δωρικά και χαλκιδικά στοιχεία.

Το λεξικό Σούδα αναφέρει ότι ο πρώτος ποιητής της Μεγάλης Ελλάδας ονομαζόταν αρχικά Τεισίας, απέκτησε δε το όνομα Στησίχορος λόγω του ότι πρώτος —όπως θρυλείται— «έστησε χορό».

Σε ό,τι αφορά την εποχή κατά την οποία έζησε ο Στησίχορος, αυτή τοποθετείται μετά βεβαιότητας στα τέλη του 7ου και στο α’ μισό του 6ου αιώνα π.Χ.

Κατά τα φαινόμενα, ο Στησίχορος αναμίχθηκε στην πολιτική, ενώ κατά τον Αριστοτέλη αντιτάχθηκε στην κατάληψη της εξουσίας από τον τύραννο Φάλαρη στον Ακράγαντα της Σικελίας.

Το ποιητικό έργο του Στησιχόρου γειτνιάζει με το έπος, το επικό τραγούδι, καθώς κυρίαρχο ρόλο σε αυτό διαδραματίζει ο μύθος.

Οι αρχαίοι είχαν καταχωρίσει τα κατάλοιπα του Στησιχόρου σε 26 βιβλία.

Εμπνευσμένα από τον Τρωικό κύκλο ήταν τα έργα του Ιλίου Πέρσις (Άλωση της Τροίας) και Νόστοι, διηγήσεις του γυρισμού στην πατρίδα.

Δύο σκηνές από τους Νόστους του Στησιχόρου συγγενεύουν σε μεγάλο βαθμό με την Οδύσσεια: η ερμηνεία ενός οιωνού από την Ελένη, η οποία μιλά στον Τηλέμαχο, ανακαλεί στη μνήμη τη σκηνή του αποχαιρετισμού στο ο 171, ενώ η μνεία ενός πολύτιμου αντικειμένου θυμίζει τον ωραίο κρατήρα που ο Μενέλαος χαρίζει στο γιο του Οδυσσέα.

Επιπροσθέτως, δύο άλλα ποιήματα του Στησιχόρου, η Ελένη και η Παλινωδία, ασχολούνταν με μια κεντρική μορφή του Τρωικού μύθου, την Ωραία Ελένη.

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr