Η Σαπφώ έγραψε ερωτικά ποιήματα, ύμνους προς τους θεούς και επιθαλάμια (τραγούδια του γάμου). Οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί κατέταξαν τα ποιήματα της Σαπφούς σε εννέα βιβλία, με βάση όχι το περιεχόμενο αλλά τις στιχουργικές μορφές τους. Το πρώτο βιβλίο περιελάμβανε τα ποιήματα σε σαπφική στροφή και το τελευταίο πιθανώς τα επιθαλάμια.

Εντελώς ιδιότυπα είναι τα χορικά επιθαλάμια της Σαπφούς, τα τραγούδια που συνόδευαν την κόρη στο δρόμο της προς το καινούριο σπιτικό και αντηχούσαν μπροστά στην παστάδα των νιόπαντρων. Σε αυτά βλέπουμε πώς μια μεγάλη ποιήτρια καταφέρνει να διαμορφώσει μια λαϊκή εθιμική ποίηση, που χαρακτηρίζεται από φυσική φρεσκάδα, αφέλεια και απλοϊκότητα, σε δημιουργήματα με ολοκληρωμένη μορφή και χαρακτηριστικά ανεπιτήδευτης υψηλής τέχνης.

Στα επιθαλάμια της Σαπφούς —τα περισσότερα από αυτά είναι δακτυλικά— εμφανίζονται ομηρικά στοιχεία, στοιχεία της επικής γλώσσας, γεγονός που ανακαλεί στη μνήμη μας το αντίστοιχο φαινόμενο στο ποιητικό έργο του ιαμβογράφου Αρχιλόχου. Το τραγούδι για το γάμο της Ανδρομάχης με τον Έκτορα στην Τροία, γραμμένο σε αιολικούς δακτύλους, είναι πλούσιο σε σύνθετα κοσμητικά επίθετα.

Σε ό,τι αφορά την ερωτική σχέση του Αλκαίου με τη Σαπφώ, έχουμε τη μαρτυρία του Αριστοτέλη, ο οποίος, στη Ρητορική του, αποδίδει τον ακόλουθο διάλογο (στίχοι σε αλκαϊκό μέτρο) στους δύο σημαντικότερους εκπροσώπους της αιολικής λυρικής ποίησης:

Αλκαίος: «Θέλω να σου πω κάτι, μα ντρέπομαι».

Σαπφώ: «Αν ήταν καλό αυτό που ήθελες ή όμορφο κι η γλώσσα σου δεν ανακάτευε άσχημα λόγια, η ντροπή δεν θάπιανε τα μάτια σου, μόνο θα τόλεγες το σωστό».

Κατά τα φαινόμενα, ο ζωγράφος ενός ερυθρόμορφου αγγείου του 5ου αιώνα π.Χ., που απεικονίζει τη Σαπφώ απέναντι στον Αλκαίο σε ιδιαίτερα εκφραστική στάση, γνώριζε τους προαναφερθέντες στίχους και τους αντιλαμβανόταν όπως και ο Αριστοτέλης.

Η Σαπφώ, αυτή η αληθινή μαστόρισσα της λεσβιακής μονωδίας με συνοδεία λύρας, μιλά στα περισσότερα ποιήματά της για το δικό της κόσμο, με τη φωνή μιας γυναίκας που αγαπά. Κοπέλες του κύκλου της τη γοητεύουν και την απογοητεύουν, τη βασανίζουν και την κάνουν ευτυχισμένη.

Από αυτόν τον κόσμο του αισθήματος προέρχονται δύο θαυμαστά ποιήματα που κατέστησαν διάσημη τη Σαπφώ: το πρώτο από αυτά είναι μια επίκληση-ύμνος προς τη θεά Αφροδίτη, να εμφανιστεί και να συμπαρασταθεί στην ποιήτρια, το δεύτερο είναι μια ολοκληρωμένη περιγραφή των συμπτωμάτων ερωτικού πάθους, μια απαράμιλλη έκφραση του ερωτικού βιώματος.

Σε άλλα σωζόμενα αποσπάσματα, η Σαπφώ κάνει λόγο για την πυρκαγιά του πόθου και αναφέρεται στον Έρωτα, το γλυκόπικρο ερπετό, που λύνει τα μέλη και συγκλονίζει τα σωθικά της σαν το βουνίσιο άνεμο που πέφτει στις βελανιδιές.

Σε ένα από τα ωραιότερα ποιήματά της, η Σαπφώ μιλά με την Ατθίδα για μια φίλη που ζει πλέον στις Σάρδεις και ξεπερνά με τη λάμψη της όλες τις γυναίκες της Λυδίας. Αξεπέραστης ομορφιάς είναι η περιγραφή της σεληνοφώτιστης νύχτας στο ποίημα αυτό, με το φως του φεγγαριού επάνω στα αλμυρά κύματα και τους λουλουδιασμένους κάμπους.

Σαπφώ, η δεκάτη Μούσα (Μέρος Α’)

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr