Η Σαπφώ —ή και Ψαπφώ, όπως εμφανίζεται σε λείψανα αρχαίων κειμένων και σε νομίσματα—, η σημαντικότερη λυρική ποιήτρια της αρχαιότητας, καταγόταν από την αιολική αριστοκρατική τάξη στην οποία ανήκε και ο Αλκαίος, με τον οποίον πρέπει να ήταν περίπου συνομήλικη.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, η Σαπφώ γεννήθηκε περί το 630 π.Χ., στην Ερεσό της Λέσβου, και απεβίωσε περί το 570 π.Χ., ενώ η ακμή της τοποθετείται ανάμεσα στο 600 και το 594 π.Χ.

Τόπος διαμονής και δραστηριότητας της διαπρεπούς λυρικής ποιήτριας του αρχαίου ελληνικού κόσμου δεν ήταν η πατρώα γη, η πόλη της Ερεσού, το σπουδαίο αυτό εμπορικό κέντρο, αλλά η Μυτιλήνη, το πολιτικό κέντρο της Λέσβου, όπου άκμαζαν οι τέχνες και ο πολιτισμός.

Ο πατέρας της Σαπφούς ονομαζόταν Σκαμανδρώνυμος, η μητέρα της Κλεΐδα. Η Σαπφώ είχε τρεις αδελφούς, τον Λάριχο, τον Χάραξο και τον Ευρύγιο.

Στα ποιήματά της αναφέρεται με περηφάνια στον Λάριχο, ο οποίος ασκούσε καθήκοντα οινοχόου στη βουλή σε εορταστικές περιστάσεις.

Όμως, η Σαπφώ δε γεύτηκε μόνο χαρές από τα αδέλφια της, αλλά και λύπες. Σύμφωνα με διήγηση του Ηροδότου, ο Χάραξος, επιθυμώντας να δοκιμάσει την τύχη του στο εμπόριο, ταξίδεψε στη Ναύκρατη της Αιγύπτου, λιμάνι της Μεσογείου στο δέλτα του Νείλου, μεταφέροντας λεσβιακό κρασί. Εκεί τον τύλιξε στα δίχτυα της μια ωραία δούλη εταίρα, η Δωρίχα (Ροδώπις, κατ’ άλλη εκδοχή), η οποία εκμεταλλεύτηκε τη γοητεία της και κατάφερε να απομυζήσει την περιουσία του.

Η Σαπφώ παρακαλεί σε ένα ποίημά της την Κύπριδα (Αφροδίτη Γαληναία) και τις Νηρηίδες να προστατεύσουν τον αδελφό της στο ταξίδι του γυρισμού, να τον φέρουν γερό στην πατρίδα. Εκείνος πρέπει να διορθώσει τα σφάλματά του και να αποκαταστήσει την καλή του φήμη, λυτρώνοντας παράλληλα την αδελφή του από τη θλίψη που της έχει προκαλέσει.

Σύμφωνα με το λεξικό Σούδα, η διάσημη λυρική ποιήτρια παντρεύτηκε τον εύπορο ανδριώτη Κερκύλα και απέκτησε μία κόρη που ονομαζόταν Κλεΐδα, έφερε δηλαδή το όνομα της μητέρας της Σαπφούς.

Σε ένα από τα διασωθέντα αποσπάσματά της, η Σαπφώ κάνει λόγο για την κόρη της: «το παιδί μου είναι ένα όμορφο παιδί, που μοιάζει με χρυσά λουλούδια στο παράστημα, η Κλεΐδα, η αγαπημένη. Δεν θα την άλλαζα με όλην την Λυδία…»

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο Πάριο Χρονικό, ανάμεσα στα έτη 604/3 και 596/5 π.Χ. η Σαπφώ, εξαιτίας των ταραχών και των σφοδρών πολιτικών αντιπαραθέσεων που σημειώνονταν την περίοδο εκείνη, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη Μυτιλήνη και να καταφύγει στη Σικελία, όπου διέμεινε στις Συρακούσες. Επέστρεψε στην πατρίδα της μετά την κατάλυση της τυραννίας, κατά τη διάρκεια της δεκαετούς άσκησης της εξουσίας από τον Πιττακό τον Μυτιληναίο.

Κατά την αρχαιότητα το όνομα της Σαπφούς συνδέθηκε με μια αχαλίνωτη μυθοπλασία. Ακόμη και το τέλος της διαμορφώθηκε με μυθιστορηματικό τρόπο.

Ο αρχαιότερος μάρτυρας ως προς αυτό είναι ο αθηναίος κωμωδιογράφος Μένανδρος (4ος-3ος αιώνας π.Χ.), ο οποίος διηγείται ότι η Σαπφώ, καθώς κυνηγούσε ερωτευμένη τον όμορφο νέο Φάωνα —δαίμονα της βλάστησης και ακόλουθο της Αφροδίτης—, έχασε τη ζωή της όταν πήδηξε από τον ψηλό βράχο του ακρωτηρίου της Λευκάδας στο οποίο υπήρχε ιερό του Λευκάτα Απόλλωνα.

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr