Η αξιολόγηση στοιχείων από 522 μελέτες, η μεγαλύτερη ανασκόπηση μέχρι σήμερα για δημοσιευμένα και μη δεδομένα,

δείχνει ότι τα αντικαταθλιπτικά είναι πιο αποτελεσματικά από την εικονική αγωγή (placebo) ως μεσοπρόθεσμη θεραπεία για ενήλικες ασθενείς με οξεία κατάθλιψη.

Η ανασκόπηση, που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο The Lancet, δίνει οριστική απάντηση στο ερώτημα για την πραγματική αποτελεσματικότητα και ανεκτικότητα των διαθέσιμων αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, καθώς υπολογίζεται ότι παγκοσμίως 350 εκατομμύρια άτομα πάσχουν από κατάθλιψη.

Φαρμακευτικές και μη θεραπείες εφαρμόζονται για την θεραπεία της εν λόγω ψυχικής διαταραχής, αλλά τα αντικαταθλιπτικά είναι δημοφιλέστερα των συμπεριφορικών παρεμβάσεων. Η αποτελεσματικότητά τους έχει αμφισβητηθεί εντόνως από ασθενείς και γιατρούς.

Έτσι στην παρούσα μελέτη, οι ερευνητές συνέκριναν 21 ευρέως χρησιμοποιούμενα αντικαταθλιπτικά σκευάσματα και αποφάνθηκαν ότι, συγκριτικά με την εικονική θεραπεία, είναι αποτελεσματικότερα στην μεσοπρόθεσμη θεραπεία της οξείας κατάθλιψης σε ενήλικα άτομα. Η αποτελεσματικότητα κυμαινόταν από μικρή έως μέτρια, ανάλογα τη δραστική ουσία.

Στην διπλή τυφλή μετανάλυση των 522 τυχαιοποιημένων ερευνών είχαν συμπεριληφθεί στοιχεία για 116.477 άτομα.

«Πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαθέσιμη βάση δεδομένων, ελεύθερης πρόσβασης, που δίνει κατεύθυνση σε ασθενείς και γιατρούς για βέλτιστες θεραπευτικές αποφάσεις. Διαπιστώσαμε ότι τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα αντικαταθλιπτικά είναι πιο αποτελεσματικά από την εικονική αγωγή, και μάλιστα σε κάποιους είναι πιο αποτελεσματικά από άλλους. Τα ευρήματά μας αφορούν σε ενήλικες που έχουν βιώσει πρώτο ή δεύτερο επεισόδιο κατάθλιψης, δηλαδή τη μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών. Τα αντικαταθλιπτικά μπορούν να είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για την θεραπεία της μείζονος κατάθλιψης, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι θα πρέπει να θεωρούνται α’ γραμμής θεραπεία. Οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν τα οφέλη των αντικαταθλιπτικών και να επιλέγουν μαζί με τον γιατρό τους την κατάλληλη αγωγή», εξηγεί ο κύριος συγγραφέας της ανασκόπησης, Δρ Αντρεα Σιπριανι, από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Οι επιστήμονες εστίασαν σε διπλές τυφλές τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες που συνέκριναν αντικαταθλιπτικά φάρμακα με εικονική αγωγη (placebo) ή με άλλα αντικαταθλιπτικά, στην οξεία θεραπεία της μείζονος κατάθλιψης ενηλίκων ατόμων.

Αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα (ο αριθμός των ασθενών που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία, δηλαδή μείωση συμπτωμάτων 50% και άνω) και η συμμόρφωση (η αναλογία των ασθενών που αποσύρθηκαν από τη μελέτη για οποιονδήποτε λόγο).

Οι 522 μελέτες είχαν διενεργηθεί από το 1979 έως το 2016 και περιελάμβαναν 21 συχνά συνταγογραφούμενες αντικαταθλιπτικές δραστικές ουσίες ή placebo. Συνολικά 87.052 ασθενείς είχαν πάρει με τυχαία επιλογή αντικαταθλιπτικό και 29.425 placebo. Η πλειοψηφία των πασχόντων είχε μέτρια έως σοβαρή κατάθλιψη.
 
Και τα 21 αντικαταθλιπτικά ήταν πιο αποτελεσματικά από το εικονικό σκεύασμα και μόνο ένα, η κλομιπραμίνη ήταν λιγότερο αποδεκτή από το placebo.

Επίσης, κάποια αντικαταθλιπτικά ήταν πιο αποτελεσματικά από άλλα: με την αγομελατίνη, την αμιτριπτυλίνη, την εσιταλοπράμη, την μιρταζαπίνη, την παροξετίνη, την βενλαφαξίνη και την βορτιοξετίνη να είναι αποτελεσματικότερες. Αντιθέτως, λιγότερο αποτελεσματικές ήταν οι: φλουοξετίνη, φλουβοξαμίνη, ρεβοξετίνη και τραζομπόνη.

Τα αντικαταθλιπτικά διέφεραν και ως προς την συμμόρφωση, με την αγομελατίνη, την σιταλοπράμη, την εσιταλοπράμη, την φλουοξετίνη, την σερτραλίνη και την βορτιοξετίνη να γίνονται πιο καλά ανεκτές από την αμιτριπτυλίνη, την κλοπιπραμίνη, την δουλοξετίνη, την φλουβοξαμίνη, την ρεβοξετίνη, την τραζοδόνη και την βενλαφαξίνη, που ήταν λιγότερο ανεκτές από τους ασθενείς.

«Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα είναι αποτελεσματικά αλλά για το ένα τρίτο των ασθενών όχι. Έτσι, αιωρείται το ερώτημα για την αποτελεσματικότητα και την αποδόχή τους από τους ασθενείς. Αξιολογώντας το πλήθος των διαθέσιμων σχετικών στοιχείων παρέχουμε τις ισχυρότερες αποδείξεις για την βέλτιστη φαρμακευτική θεραπεία των ενηλίκων με οξεία κατάθλιψη», σχολιάζει καθηγητής Ιωάννης Ιωαννίδης από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και δεύτερος συγγραφέας της μελέτης.

Μαίρη Μπιμπή

health.in.gr