Στα 1.691 ανέρχονται πλέον τα κρούσματα της ιλαράς στη χώρα μας, σύμφωνα με νεότερα επιδημιολογικά δεδομένα του ΚΕΕΛΠΝΟ για την περίοδο από 1 Μαΐου 2017 έως και σήμερα Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου.

Η συχνότητα των κρουσμάτων εξακολουθεί να είναι υψηλότερη στη Νότια Ελλάδα, όπως είχε παρατηρηθεί από την αρχή της επιδημίας στη χώρα μας, ενώ στη μεγάλη πλειονότητα έχουν νοσήσει άτομα ελληνικής υπηκοότητας (κυρίως μικρά παιδιά από κοινότητες Ρομά και άτομα από το γενικό πληθυσμό κυρίως στην ηλικιακή ομάδα 25-44 ετών) που δεν έχουν ανοσία στην ιλαρά, μεταξύ των οποίων και επαγγελματίες υγείας που ήταν ανεμβολίαστοι ή ατελώς εμβολιασμένοι.

Η επιδημία ιλαράς στην Ελλάδα έχει ήδη στοιχίσει τη ζωή σε τρία άτομα. Ο πρώτος θάνατος αφορούσε σε βρέφος Ρομά 11 μηνών, ανεμβολίαστο, με υποκείμενη δυστροφία, το οποίο κατέληξε με κλινική εικόνα σηψαιμίας. Ο δεύτερος αφορούσε σε 17χρονο Ρομά, ανεμβολίαστο, που κατέληξε με κλινική εικόνα εγκεφαλίτιδας, ενώ  τρίτος θάνατος αφορούσε σε 35χρονη γυναίκα, από το γενικό πληθυσμό, με αναφερόμενο εμβολιασμό με μία δόση εμβολίου ιλαράς, που κατέληξε λόγω πνευμονίας και αναπνευστικής ανεπάρκειας.

Οι ειδικοί αναμένουν την επιβεβαίωση και άλλων κρουσμάτων ιλαράς το επόμενο διάστημα. Γι’ αυτό το ΚΕΕΛΠΝΟ συστήνει τον εμβολιασμό με το μικτό εμβόλιο ιλαράς-ερυθράς-παρωτίτιδας (εμβόλιο MMR) των παιδιών, των εφήβων και των ενηλίκων που δεν έχουν εμβολιαστεί με τις απαραίτητες δόσεις. Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, παιδιά, έφηβοι και ενήλικες που έχουν γεννηθεί μετά το 1970 και δεν έχουν ιστορικό νόσου πρέπει να είναι εμβολιασμένοι με 2 δόσεις εμβολίου για την ιλαρά.

Την Τρίτη ο πρόεδρος του ΚΕΕΛΠΝΟ, καθηγητής Θεόφιλος Ρόζενμπεργκ, είχε δηλώσει σε συνέντευξή του ότι «η επιδημία δεν φαίνεται να σταματάει καθώς υπάρχουν θύλακες του πληθυσμού με ανεπαρκή εμβολιαστική κάλυψη».

Και είχε τονίσει ότι «είναι σημαντική η εφαρμογή εμβολιασμού σε άτομα που ζουν ή εργάζονται σε κλειστές κοινότητες» εκφράζοντας την ελπίδα πως «η κινητοποίηση και οι εμβολιασμοί σε όλη τη χώρα θα συντελέσουν καταλυτικά στον έλεγχο της επιδημίας, ώστε να μην τεθεί θέμα εφαρμογής υποχρεωτικού εμβολιασμού».

Μαίρη Μπιμπή

health.in.gr