Πριν από δύο χρόνια, πίνοντας καφέ στο Κολωνάκι, με πλησίασε ένας ζητιάνος – όχι κάποιος εξαθλιωμένος, αλλά μια καλοντυμένη, μεσοαστή κυρία. Στη Σκιάθο, τον καιρό του δημοψηφίσματος του 2015, πληροφορήθηκα τον περιορισμό ανάληψης μετρητών από τα ΑΤΜ. Μικρά πράγματα όπως αυτά, ενδεχομένως ελάχιστης σημασίας για έναν ξένο επισκέπτη που δεν είναι εξοικειωμένος με την Ελλάδα, με έκαναν να κατανοήσω τον αντίκτυπο της κρίσης στον ελληνικό λαό.
 
Εμπειρίες όπως αυτές δημιούργησαν μια ευρεία αντίληψη διεθνώς για την Ελλάδα περί μιας κατεστραμμένης οικονομίας, χωρίς ανάπτυξη, που στερείται διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ώστε να εγγυάται ένα βιώσιμο μέλλον. Οι Ελληνες έγιναν, επίσης, αποδέκτες μιας τεράστιας συμπόνιας. Συμπόνιας για όσους πλήττονται σκληρά από τη λιτότητα, όταν βλέπουμε στην τηλεόραση τις τράπεζες τροφίμων στην Αθήνα. Αλλά και συμπάθειας για τη γενναιόδωρη αντίδραση του ελληνικού λαού στην προσφυγική κρίση, παρά τις δικές του οικονομικές δυσκολίες, μια αντίδραση που δυστυχώς λείπει από ένα μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Ευρώπης.
 
Όσο η πολιτική κατάσταση σε ολόκληρη την Ευρώπη πολωνόταν, οι Βρετανοί Συντηρητικοί υποστήριξαν ψευδώς ότι το Εργατικό Κόμμα κατέστρεψε την οικονομία. Το έλλειμμα της Ελλάδας χρησιμοποιήθηκε για να χτυπηθούν οι Εργατικοί, οι οποίοι πλήρωσαν το εκλογικό τίμημα όπως και το ΠΑΣΟΚ, και φορτώθηκαν άδικα όλη την ευθύνη για μια κρίση που ήταν διεθνής.
 
Η νικηφόρα προεκλογική εκστρατεία του ΣΥΡΙΖΑ στην οποία υποσχέθηκε να βάλει τέλος στις ιδιωτικοποιήσεις και να ενισχύσει τον δημόσιο τομέα και τις κοινωνικές δαπάνες, τερματίζοντας τη λιτότητα στηρίχθηκε από τα μεσαία στρώματα και όχι μόνο από τους παραδοσιακούς αριστερούς ψηφοφόρους. Αλλά όταν έγινε κυβέρνηση, διαπίστωσε ότι η πραγματικότητα στην ΕΕ και την ευρωζώνη ήταν αμείλικτη. Το τίμημα για τα τρία μνημόνια ήταν τεράστια ανεργία, ιδίως στους νέους, πετσοκομμένοι μισθοί και συντάξεις και αποδεκατισμένες δημόσιες υπηρεσίες. Το ακριβώς αντίθετο από αυτό που υποσχέθηκαν ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ.
 
Ωστόσο, εξετάζοντας πιο προσεκτικά το ζήτημα από το Λονδίνο, εμφανίζονται ενθαρρυντικά σημάδια με την επιτυχημένη επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές ομολόγων και τις προβλέψεις για «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια, ισορροπημένο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και τερματισμό των απαιτήσεων των ξένων πιστωτών.
 

Ένα υποθετικό ερώτημα είναι τι θα έκανε η ΝΔ πριν από τρία χρόνια αν είχε κερδίσει τις εκλογές. Θα υπήρχε κάποια διαφορά; Θα ήταν ακόμη πιο σκληρή η λιτότητα, όπως συνέβη με το Συντηρητικό Κόμμα στη Βρετανία;  Στις εκλογές του 2019 θα επανέλθουν άραγε οι παραδοσιακοί αντίπαλοι στην πολιτική σκηνή; Με το κεντροαριστερό ΠΑΣΟΚ εκτός παιχνιδιού, μάλλον όχι. Η ρεαλιστική επιλογή είναι μεταξύ της ΝΔ, της νεοφασιστικής Χρυσής Αυγής και του ΣΥΡΙΖΑ. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα των τελευταίων τριών ετών, θα μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να υπερασπιστεί αξιόπιστα τα πεπραγμένα του, επαναλαμβάνοντας τις υποσχέσεις του ως υλοποιήσιμες πλέον σε μια οικονομία που βελτιώνεται; Και θα τον πιστέψει η ευρύτερη εκλογική βάση του;

*Ο Άντριου Ντίσμορ (Andrew Dismore) είναι μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου του Λονδίνου και πρώην βουλευτής των Εργατικών.

 

 

in.gr