Το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας, που βρίσκεται πλέον μπροστά μας, συνθέτει ένα άκρως ελκυστικό σκηνικό για αξέχαστες αποκριάτικες αποδράσεις τόσο σε αστικά κέντρα όσο και σε περιοχές της υπαίθρου όπου τα γνωστά σε όλους κούλουμα διατηρούν ακόμη και σήμερα τον αυθεντικό, παραδοσιακό χαρακτήρα τους.

Καρναβαλικές παρελάσεις για μικρούς και μεγάλους, μασκαράτες, χοροί, σάτιρα και ιδιαίτερα έθιμα προσφέρουν στους εκδρομείς τη δυνατότητα αληθινής ψυχαγωγίας σε τόπους όπου κυριαρχούν το γλέντι, ο ενθουσιασμός και ο αυθορμητισμός.

Οι προτάσεις μας για τις αποκριάτικες αποδράσεις σας είναι οι ακόλουθες:

Η Πάτρα, με το ξακουστό καρναβάλι της, τη μεγαλύτερη αποκριάτικη εκδήλωση στην Ελλάδα, όπου συνδυάζονται με μοναδικό τρόπο το κέφι, η ευρηματικότητα, η δημιουργική φαντασία και το πνεύμα συνεργασίας.

Το Πατρινό Καρναβάλι, πέραν της πανελληνίως γνωστής μεγάλης παρέλασης της τελευταίας Κυριακής, περιλαμβάνει αναβίωση παραδοσιακών εθίμων, Παιχνίδι Κρυμμένου Θησαυρού και πολλές άλλες εκδηλώσεις.

Ψυχή των καρναβαλικών εκδηλώσεων είναι οι
δεκάδες χιλιάδες καρναβαλιστές, κάτοικοι της Πάτρας, επισκέπτες και φίλοι
του Πατρινού Καρναβαλιού, άνθρωποι κάθε ηλικίας, που συμμετέχουν με ενθουσιασμό στις επίσημες και ανεπίσημες καρναβαλικές εκδηλώσεις.

Η πόλη της Ξάνθης, που διοργανώνει το μεγαλύτερο καρναβάλι της Βόρειας Ελλάδας και το δεύτερο μεγαλύτερο σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Ημέρες γεμάτες μουσική, χορό, δρώμενα και ατέλειωτη διασκέδαση περιμένουν τους επισκέπτες της όμορφης θρακιώτικης πόλης.

Η ιστορία του Ξανθιώτικου Καρναβαλιού ξεκίνησε το 1966, όταν πραγματοποιήθηκαν πρώτη φορά στην Ξάνθη οι «Αποκριάτικες Θρακικές Γιορτές», με σκοπό την αναβίωση των ηθών και
εθίμων της Θράκης, καθώς και την προβολή του πλούσιου λαογραφικού υλικού της.

Η Νάουσα, στην οποία πραγματικά ξεχωριστό και θεμελιώδες στοιχείο των εορταστικών εκδηλώσεων είναι το δρώμενο Γενίτσαροι και Μπούλες. Πρόκειται για ένα δρώμενο με βαθιές ρίζες στο χρόνο, που συμπυκνώνει στοιχεία της τοπικής παράδοσης και των ηρωικών αγώνων
της πόλης, φθάνει δε αναλλοίωτο έως τις μέρες μας.

Στο έθιμο λαμβάνουν μέρος μόνο νεαροί άνδρες, ανύπαντροι τα παλαιότερα χρόνια. Ο Γενίτσαρος, ο περήφανος αυτός φουστανελοφόρος, με τα πολλά ασημικά στο στήθος και τη φουστανέλα, την μακριά πάλα (σπαθί) και τον κέρινο «πρόσωπο» είναι ο πρωταγωνιστής. Κύριο ρόλο έχει η Μπούλα,
άνδρας που υποδύεται (χωρίς να τη γελοιοποιεί) τη γυναίκα, με φαρδιά
φουστάνια και «πρόσωπο» στολισμένο με τούλια και λουλούδια. Τα παιδιά που προπορεύονται του μπουλουκιού αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πομπής, στο τέλος της οποίας ακολουθούν τα όργανα, ο ζουρνάς και το νταούλι.

Οι χοροί στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης, τα τραγούδια, οι ευχές και τα κεράσματα αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά του εθίμου, που ξεκινά την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς, επαναλαμβάνεται την Κυριακή της Μεγάλης Αποκριάς (στην πλατεία των Αλωνίων, μεγάλο γλέντι με παραδοσιακούς μεζέδες και το φημισμένο ναουσαίικο κρασί) και συνεχίζεται την Καθαρά Δευτέρα, ενώ την Κυριακή της Ορθοδοξίας όλα τα μπουλούκια συναντώνται στην περιοχή Σπηλαίου, για να γλεντήσουν με παραδοσιακές πίτες, γλυκά του ταψιού και άφθονο κρασί.

Η Κοζάνη, όπου ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι οι Φανοί (φωτιές
που ανάβουν σε γειτονιές της πόλης) και η ενεργός συμμετοχή των
κατοίκων, που ετοιμάζουν το γλέντι του Φανού, χορεύουν υπό τους ήχους
των χάλκινων οργάνων και τραγουδούν τα «Ξιανέντραπα», αλλά και τραγούδια κλέφτικα, της αγάπης και της ξενιτιάς.

Ο Φανός είναι γιορτή
και ξεφάντωμα γύρω από την εθιμική εορταστική πυρά, με
φαγοπότι και οινοποσία, τραγούδι, χορό και αθυροστομία χωρίς όρια. Παιδί
πανάρχαιων εθίμων με λατρευτικό και μαγικό χαρακτήρα, ο Φανός κατόρθωσε να
επιβιώσει μέσα στο χρόνο, αλλάζοντας τη μορφή του και κρατώντας την
ουσία του.

Ο
Φανός ανάβει το βράδυ της Κυριακής της Μεγάλης Αποκριάς, κι αμέσως
ξεκινούν το τραγούδι κι ο χορός γύρω του. Το κέφι αρχίζει να ανεβαίνει
σιγά-σιγά και λίγο αργότερα, καθώς κρασί και κιχιά κυκλοφορούν και
ζεσταίνουν πνεύμα και πόδια, οι κύκλοι γύρω από την πυρά μεγαλώνουν και
πληθαίνουν. Τα τραγούδια διαδέχονται το ένα το άλλο, άλλοτε γρήγορα και
πολυφωνικά, κι άλλοτε βαριά, μονότονα, σε χρόνο αργό και συρτό. Το τέλος του Φανού έρχεται όταν οι περισσότεροι πιστοί
του δεν μπορούν πλέον να σταθούν στα πόδια τους από την κούραση ή την
οινοποσία.

Επί ένα δωδεκαήμερο, αρχής γενομένης από την Τσικνοπέμπτη, η πόλη της Κοζάνης ζει στο ρυθμό του παραδοσιακού
γλεντιού και πάλλεται από τους ήχους των χάλκινων οργάνων, ενώ τα
τοπικά εδέσματα κυριαρχούν και το κρασί ρέει άφθονο.

Η Σκύρος, όπου διατηρείται αναλλοίωτο το έθιμο του  Γέρου και της Κορέλας. Το έθιμο αυτό έχει διονυσιακή προέλευση και συνδέεται με τις αρχαίες γιορτές της γονιμότητας και την υποδοχή της άνοιξης.

Το έθιμο ξεκινά με την έναρξη του Τριωδίου και επαναλαμβάνεται κάθε Σαββατοκύριακο, επί έναν περίπου μήνα, με αποκορύφωμα το τελευταίο τετραήμερο της Αποκριάς (από το βράδυ της Παρασκευής έως το πρωί της Τρίτης), όταν τα σοκάκια της πόλης της Σκύρου αντηχούν από τους ήχους των κουδουνιών.

Οι ομάδες των μεταμφιεσμένων, που αποτελούνται από τον Γέρο (τον
πρωταγωνιστή της ομάδας), την Κορέλα και τον Φράγκο, διασχίζουν την αγορά δημιουργώντας μια εκστατική ατμόσφαιρα, ενώ οι πιο τολμηροί και αυτοί που έχουν περισσότερες δυνάμεις ανηφορίζουν στο κάστρο,
όπου χτυπούν τις καμπάνες του Αγίου Γεωργίου, προστάτη του νησιού.

Ο Γέρος φορά μάσκα από προβιά, κάπα με κουκούλα, τσοπάνικο
πανωβράκι, τροχαδόκαλτσες και τα τροχάδια, παραδοσιακά
υποδήματα, κατασκευασμένα από δέρμα. Είναι ζωσμένος με δεκάδες κουδούνια
προβάτων και κρατά τσοπάνικο ραβδί.

Η Κορέλα, κατά την παράδοση άνδρας ντυμένος με γυναικεία παραδοσιακά ρούχα, χορεύει γύρω από τον Γέρο
κουνώντας το μαντίλι. Όταν εκείνος ξεκουράζεται, του τραγουδά ένα
μακρόσυρτο τραγούδι με αργό σκοπό και πολλά «τσακίσματα», τον Κορελίτικο.

Τη συντροφιά συμπληρώνει ο Φράγκος, που φορά ρούχα ευρωπαϊκά, αποκριάτικη μάσκα και ένα κουδούνι στη μέση.
Ονομάστηκε έτσι, επειδή είναι ο μόνος που δε φορά σκυριανά ρούχα, αλλά «φράγκικα».

Την Παρασκευή και το Σάββατο οι ήχοι των κουδουνιών δίνουν το ρυθμό της
ολονύχτιας διασκέδασης, την Κυριακή αναβιώνει το έθιμο της Τράτας (απαγγελία σατιρικών στίχων από παρέες μασκαρεμένων), ενώ την Καθαρά Δευτέρα την παράσταση κλέβουν ο χορός και τα τραγούδια
στην κεντρική πλατεία και τα σοκάκια της Χώρας.

Το Ρέθυμνο,
όπου παραδοσιακά και αποκριάτικα δρώμενα, στο πλαίσιο του φημισμένου Ρεθεμνιώτικου Καρναβαλιού, αναδεικνύουν τη μακραίωνη ιστορία και την πλούσια
παράδοση της πόλης.

Η Χίος, στην οποία οι αποκριάτικες εκδηλώσεις κορυφώνονται την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς και την Καθαρά Δευτέρα.

Στα Θυμιανά αναβιώνει την Κυριακή της Τυροφάγου το έθιμο της Μόστρας, με μεταμφιέσεις, χορούς
(το «ταλίμι» και τον «δετό»), σατιρική παρέλαση και γλέντι με μουσική.

Στα Νοτιόχωρα της Χίου (Μεστά, Ολύμποι, Πιτιός, Ελάτα και Λιθί) αναβιώνει την Καθαρά Δευτέρα το έθιμο του δικαστή Αγά,
που δικάζει
στην κεντρική πλατεία των χωριών με γέλιο και σατιρικά στοιχεία «αθώους και ενόχους» περαστικούς, οι
οποίοι πληρώνουν το συμβολικό πρόστιμο που τους αναλογεί και χορεύουν στο
παραδοσιακό γλέντι.  

Εξάλλου, στα Καρδάμυλα πραγματοποιείται αναπαράσταση καρδαμυλίτικου γάμου το μεσημέρι της Κυριακής, στον Άγιο Γεώργιο Συκούσης λαμβάνει χώρα αναπαράσταση κηδείας την Καθαρά Δευτέρα (οι κάτοικοι
του χωριού συνοδεύουν τον «νεκρό» στην τελευταία του κατοικία, ενώ
κερνούν μεζέδες και άφθονο κρασί με γέλια και πειράγματα), στη Βολισσό αναβιώνει το έθιμο του Διπλού (χορός στο ρυθμό του βολισσιανού χορού,
του Διπλού, και γλέντι) και στο Πυργί αναβιώνουν οι «Καρκαλούσες» (χορός διπλός) την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς.

Η Άμφισσα, με τη συνοικία της Χάρμαινας (άλλοτε συνοικία των βυρσοδεψών ή ταμπάκηδων της πόλης), όπου αναβιώνει το τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς το δρώμενο της νύχτας ή πάλης των στοιχειών.

Τα μαυροφορεμένα στοιχειά, σέρνοντας βαριές αλυσίδες και κρατώντας αναμμένες δάδες, τριγυρνούν στους δρόμους της πόλης, ενώ στους δρόμους, μέσα σε μεγάλα καζάνια, βράζει ο πατσάς που προσφέρεται στους επισκέπτες μαζί με άφθονο ντόπιο κρασί.

Την Κυριακή πραγματοποιείται παρέλαση αρμάτων και κάψιμο του καρνάβαλου, που συνοδεύεται από λαϊκό γλέντι με χορούς και τραγούδια.

Το Γαλαξίδι, όπου αναβιώνει την Καθαρά Δευτέρα το πασίγνωστο έθιμο του αλευρομουντζουρώματος. Το «μουντζούρωμα» και το «αλεύρωμα» μετατρέπουν την παραλία της γραφικής κωμόπολης σε πεδίο μάχης, με σύννεφα από αλεύρι και πυκνά νέφη από φούμο.

Η αναβίωση του εθίμου με τις βαθιές ρίζες στο χρόνο συνοδεύεται από την κατανάλωση άφθονου φαγητού και κρασιού και την έντονη παρουσία μουσικών οργάνων.