«Το βιβλίο διαπραγματεύεται τη συγκινητική ιστορία ενός εφήβου που φεύγει από το σπίτι του, σε μια πορεία αυτογνωσίας», «Στη μελέτη του διαπραγματεύεται τον τρόπο μετάβασης από το σχολείο της Ευέλικτης Ζώνης στο πλήρες Ευέλικτο – Δημιουργικό σχολείο», «Το βιβλίο του διαπραγματεύεται θεμελιώδεις έννοιες των μαθηματικών, που συναντώνται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση».

Οι ανωτέρω προτάσεις, τις οποίες αλιεύσαμε από το διαδίκτυο, αποτελούν τυπικά παραδείγματα λανθασμένης χρήσης του ρήματος διαπραγματεύομαι, που, ως μη ώφελε, κατέλαβε τη θέση του ρήματος πραγματεύομαι.

Τα δύο αυτά αποθετικά ρήματα, αν και διαφέρουν μεταξύ τους μόνον κατά το πρώτο συνθετικό δια- τού διαπραγματεύομαι, δεν έχουν το ίδιο σημασιολογικό περιεχόμενο. Ως εκ τούτου, είναι εσφαλμένη η χρήση τού ευρέως διαδεδομένου διαπραγματεύομαι αντί του πραγματεύομαι, που δίχως αμφιβολία πολύ λιγότεροι γνωρίζουν και ακόμη λιγότεροι μεταχειρίζονται όταν μιλούν ή γράφουν.

Το ρήμα πραγματεύομαι (παράγωγο του ουσιαστικού πράγμα), που απαντά και στην αρχαία ελληνική γλώσσα με την έννοια τού ασχολούμαι, φροντίζω ή καταγίνομαι με κάτι, έχει στη νέα ελληνική γλώσσα τη σημασία τού διεξέρχομαι (ένα θέμα, ζήτημα, πρόβλημα κ.λπ.), αναλύω και αναπτύσσω διεξοδικά κάτι, το εξετάζω λεπτομερώς, το μελετώ σε βάθος ή σε όλες τις πτυχές του:

«Ο γερμανός καθηγητής πραγματεύεται στη διατριβή του τη συνολική στρατηγική της ναζιστικής Γερμανίας κατά τα έτη 1940-1941, τη σημαντικότερη ίσως περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», «Στη μελέτη που κλήθηκε να παραδώσει στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο διακεκριμένος κοινωνιολόγος πραγματεύεται το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού ή bullying», «Στην αποψινή εκπομπή τους οι δύο έμπειροι δημοσιογράφοι πραγματεύτηκαν το φλέγον ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης», «Το συγκεκριμένο βιβλίο πραγματεύεται το θέμα των πελατειακών σχέσεων και των ολέθριων επιπτώσεών τους στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία».

Το ρήμα διαπραγματεύομαι (δια- + πραγματεύομαι, με το πρώτο συνθετικό να δηλώνει εν προκειμένω αμοιβαιότητα), ως γνωστόν, σημαίνει συζητώ ή συνομιλώ με κάποιον, εκθέτω, ανταλλάσσω και επεξεργάζομαι σε συνεργασία με άλλον απόψεις ή θέσεις, έρχομαι ή βρίσκομαι σε συνεννοήσεις, προσπαθώντας να επιλύσω ένα πρόβλημα, να διευθετήσω μια διαφορά ή να φθάσω σε συμφωνία:

«Επί πολλούς μήνες το ελληνικό κράτος διαπραγματευόταν με ξένους επενδυτές την πώληση του πρώην αεροδρομίου στο Ελληνικό», «Η αστυνομία υποχρεώθηκε να διαπραγματευτεί με τους αεροπειρατές για την απελευθέρωση των ομήρων», «Κατόπιν ασφυκτικών πιέσεων από τις παγκόσμιες δυνάμεις, οι αντιμαχόμενες πλευρές άρχισαν να διαπραγματεύονται τους όρους μιας συμφωνίας εκεχειρίας», «Μου είναι αδύνατο να δεχθώ ότι η κυβέρνηση έχει κατά νουν να διαπραγματευτεί τα εθνικά δίκαια και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας».

Τέλος, επιβάλλεται να προσθέσουμε ότι το διαπραγματεύομαι, όπως και πολλά άλλα αποθετικά ρήματα, είναι πάντοτε ενεργητικής διαθέσεως (το υποκείμενό του ενεργεί), κάτι που σημαίνει ότι μπορεί να σχηματίσει την παθητική διάθεση μόνον περιφραστικά. Επομένως, ο ακόλουθος τρόπος διατύπωσης, που συχνά-πυκνά ακούμε ή διαβάζουμε, είναι λανθασμένος:

«Υπολογίζεται ότι σε όλον τον κόσμο διαπραγματεύονται πάνω από 160 διαφορετικοί τύποι πετρελαίου», «Η επενδυτική τράπεζα αναφέρει πως το δεκαετές ελληνικό ομόλογο διαπραγματεύεται πλέον με απόδοση 9,1%», «Ο μαύρος χρυσός διαπραγματεύεται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2010».

Ιδού οι ανωτέρω πληροφορίες ορθά διατυπωμένες:

«Υπολογίζεται ότι σε όλον τον κόσμο είναι διαπραγματεύσιμοι πάνω από 160 διαφορετικοί τύποι πετρελαίου», «Η επενδυτική τράπεζα αναφέρει πως το δεκαετές ελληνικό ομόλογο αποτελεί πλέον αντικείμενο διαπραγμάτευσης με απόδοση 9,1%», «Διαπραγματεύονται την τιμή του μαύρου χρυσού κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2010».