Τα ρήματα αμφιβάλλω και αμφισβητώ έχουν αρκετά κοινά σημεία: απαντούν απαράλλακτα στην αρχαία ελληνική γλώσσα, έχουν ως πρώτο συνθετικό τους τη λέξη της αρχαίας ελληνικής αμφί/αμφίς (πρόθεση και επίρρημα, που σήμαινε επί αμφοτέρων των μερών, χωριστά, και από τις δύο πλευρές ξεχωριστά, πέριξ, γύρω, ολόγυρα), ενώ τα χρησιμοποιούμε προκειμένου να δηλώσουμε την κατ’ αρχήν απροθυμία μας να αποδεχθούμε ή να υιοθετήσουμε κάτι (π.χ., την αξία του έργου ενός προσώπου).

Υπάρχουν, όμως, και ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των ρημάτων αμφιβάλλω και αμφισβητώ, που δε μας επιτρέπουν να χρησιμοποιούμε το ένα εξ αυτών αντί του άλλου. Τις διαφορές αυτές, που αφορούν τόσο τον τρόπο με τον οποίο συντάσσονται τα δύο ρήματα όσο και το ακριβές σημασιολογικό περιεχόμενο αυτών, θα αναδείξουμε στις παραγράφους που ακολουθούν.

Πρώτον, το ρήμα αμφιβάλλω (αμφί + βάλλω) συντάσσεται είτε με πρόθεση (για + αιτιατική) είτε με πλάγια ερώτηση, δηλώνει δε την έλλειψη σιγουριάς ή βεβαιότητας για κάτι, το δισταγμό ή τη δυσπιστία που αισθανόμαστε, τις επιφυλάξεις που έχουμε για το εάν κάτι είναι σωστό, καλό, αληθινό κ.λπ.:

«Παρά τα όσα έπραξε σήμερα, εγώ εξακολουθώ να αμφιβάλλω για την ειλικρίνειά του», «Η μητέρα μου αμφιβάλλει εάν ο άνθρωπος αυτός θα κρατήσει το λόγο του», «Όλοι αμφιβάλλουμε εάν θα καταφέρει να διεκπεραιώσει την αποστολή που του έχει ανατεθεί», «Στη συνέντευξη που παραχώρησα πριν από μία εβδομάδα δήλωσα όντως ότι μπορούμε να κερδίσουμε τις εκλογές, στην πραγματικότητα όμως πολύ αμφιβάλλω».

Δεύτερον, το ρήμα αμφισβητώ (αμφίς + βήναι τού βαίνω) συντάσσεται με αιτιατική, δηλώνει δε τη μη παραδοχή της αλήθειας ή της ορθότητας μιας άποψης, μιας επιλογής ή μιας ενέργειας, καθώς και την απόρριψη της αξίας, του κύρους ή της ισχύος ενός προσώπου, ενός θεσμού ή μιας απόφασης:

«Ολοένα και περισσότερα μέλη των σύγχρονων κοινωνιών αμφισβητούν το θεσμό της οικογένειας», «Πολλοί είναι εκείνοι που αμφισβητούν έντονα την πολιτική που εφαρμόζει ο συγκεκριμένος υπουργός», «Δεν έχεις το δικαίωμα να αμφισβητείς την ειλικρίνεια των λόγων μου και την αγνότητα των προθέσεών μου», «Δυστυχώς, η Τουρκία είναι μια χώρα που αμφισβητεί κατά σύστημα τις διεθνείς συνθήκες».

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα ανωτέρω, τα ρήματα αμφιβάλλω και αμφισβητώ δεν είναι ταυτόσημα από την άποψη της εννοιολογικής απόχρωσης. Το αμφιβάλλω δηλώνει απλώς τους ενδοιασμούς ή τις επιφυλάξεις που έχουμε για κάτι και μας ωθούν στη μη αποδοχή του, ενώ το αμφισβητώ δηλώνει τη σαφή αντίθεση ή εναντίωσή μας σε κάτι, που μας οδηγεί στην άρνησή του, στην απόκρουσή του, στην έμπρακτη απόρριψή του.

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr