Δύο ρήματα που αρκετές φορές συγχέονται μεταξύ τους, μολονότι έχουν την ακριβώς αντίθετη σημασία, είναι το κληροδοτώ και το κληρονομώ. Μάλιστα, το πλέον συνηθισμένο σφάλμα αφορά τη χρήση τού κληρονομώ σε περιπτώσεις όπου θα έπρεπε κανονικά να χρησιμοποιηθεί το κληροδοτώ: «Ουδείς γνωρίζει σε ποιους αποφάσισε να κληρονομήσει την περιουσία του ο βαθύπλουτος ομογενής της Αμερικής».

Πριν αποσαφηνίσουμε τη σημασιολογική διαφορά μεταξύ των δύο λέξεων, πρέπει ασφαλώς να επισημάνουμε ότι και στα δύο αυτά σύνθετα ρήματα το πρώτο συνθετικό είναι το αυτό. Πρόκειται για το ουσιαστικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας κλήρος, που σήμαινε το τεμάχιο ξύλου ή και το βώλο γης που χρησιμοποιούνταν ως λαχνός (κλήρος που έφερε ένα διακριτικό σήμα και έμπαινε στην κληρωτίδα, για παράδειγμα στην περικεφαλαία ενός ήρωα κατά τους ομηρικούς χρόνους) και, κατ’ επέκταση, την εξαγωγή κλήρων, τη διά κλήρου κατανομή και απονομή τεμαχίου γης (ιδίως από χώρα που είχε κατακτηθεί), το κτήμα, την ιδιοκτησία, την κληρονομιά.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η διαφορά ανάμεσα στα υπό εξέταση ρήματα, που είναι αντίστοιχη με τη διαφορά μεταξύ του δίνω και του λαμβάνω, οφείλεται στο δεύτερο συνθετικό τους.

Το -δοτώ, στο ρήμα κληροδοτώ (κλήρος + -δοτώ), παράγεται από το ουσιαστικό δότης (και δοτήρ στην αρχαία ελληνική γλώσσα), το οποίο με τη σειρά του παράγεται από το ρήμα δίδωμι (δίνω) και δηλώνει, ως γνωστόν, αυτόν που δίνει, διανέμει, παρέχει ή προσφέρει κάτι.

Το κληροδοτώ, ως σύνθετο ρήμα της νέας ελληνικής γλώσσας, σημαίνει αφήνω σε κάποιον ένα περιουσιακό στοιχείο μου, παραχωρώ κάτι ως κληροδότημα, μεταβιβάζω σε ένα φυσικό πρόσωπο, σε ένα νομικό πρόσωπο ή και στο δημόσιο ένα περιουσιακό στοιχείο μου. Μεταφορικώς το κληροδοτώ έχει την έννοια τού αφήνω κάτι ως πνευματική ή ηθική παρακαταθήκη για τους επιγενομένους, τις μεταγενέστερες γενιές. Ακολουθούν παραδείγματα ορθής χρήσης του ρήματος κληροδοτώ:

«Ο μεγάλος αυτός ευεργέτης κληροδότησε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του σε κοινωφελή ιδρύματα της ιδιαίτερης πατρίδας του», «Ο Δημήτρης είναι άξιος της τύχης του, καθώς μέσα σε λίγα μόλις χρόνια διασπάθισε τη μεγάλη περιουσία που του είχε κληροδοτήσει ο πατέρας του», «Κατά γενική ομολογία, τα πνευματικά δημιουργήματα που μας κληροδότησαν οι αρχαίοι Έλληνες άσκησαν αποφασιστική επίδραση στη φυσιογνωμία του ελληνικού έθνους», «Ο Θουκυδίδης μάς κληροδότησε το έργο του ως “κτήμα ες αεί”».

Αντίθετα, στο ρήμα κληρονομώ (απαντά και στην αρχαία ελληνική γλώσσα ως παράγωγο του ουσιαστικού κληρονόμος) το δεύτερο συνθετικό δεν είναι άλλο από το ουσιαστικό νόμος, που παράγεται από το ρήμα νέμω (μοιράζω, διανέμω, απονέμω, παραχωρώ) και σημαίνει αυτό που δίδεται σε κάποιον ως μερίδιο, αυτό που παραχωρείται σε κάποιον κατ’ απονομήν.

Ως εκ τούτου, το κληρονομώ σημαίνει λαμβάνω μερίδιο κληρονομιάς, γίνομαι κληρονόμος περιουσίας, δέχομαι από κάποιον ένα περιουσιακό στοιχείο ως κληρονόμος του. Επίσης, το κληρονομώ έχει αφενός την έννοια τού διαδέχομαι κάποιον στη θέση ή στο αξίωμα που κατείχε και αφετέρου την έννοια τού αποκτώ λόγω κληρονομικότητας συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (φυσικά, ψυχικά, πνευματικά) των προγόνων μου. Τέλος, το κληρονομώ απαντά και με τη μεταφορική έννοια τού γίνομαι φορέας της πολύτιμης κληρονομιάς, της παρακαταθήκης των προγόνων μου. Ιδού τα σχετικά παραδείγματα:

«Οι περισσότεροι σημαντικοί έλληνες επιχειρηματίες των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών δεν είχαν κληρονομήσει τίποτα από τις οικογένειές τους και ήταν αυτοδημιούργητοι», «Πριν από αρκετά χρόνια αναγκάστηκα να πουλήσω το διαμέρισμα που είχα κληρονομήσει από τον παππού μου», «Ο κύριος στον οποίον αναφέρεσαι κληρονόμησε όχι μόνο πολλά χρήματα αλλά και τη θέση του προέδρου ενός μεγάλου εκδοτικού συγκροτήματος», «Από τον πατέρα του κληρονόμησε την ωραία κορμοστασιά, από τη μητέρα του την εξυπνάδα και τη φινέτσα», «Το έργο που κληρονομήσαμε από τον Ηρόδοτο αποτελεί μια πολύτιμη ιστορική παρακαταθήκη».

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr