Τις βραδινές ώρες είναι πιθανότερο να υποκύψει κανείς στους διατροφικούς πειρασμούς και να φάει περισσότερο και μάλιστα όταν έχει άγχος, σύμφωνα με μικρή πειραματική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο International Journal of Obesity.

Ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Johns Hopkins πειραματίστηκαν με μικρή ομάδα υπέρβαρων ανδρών και γυναικών και επιβεβαίωσαν ότι τα επίπεδα της γκρελίνης, γνωστής και ως ορμόνης της πείνας αυξάνονται, ενώ της λεπτίνης που συντελεί στην πληρότητα μειώνονται κατά τις βραδινές ώρες.

Τα πειράματα έδειξαν επίσης ότι το στρες μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τα επίπεδα της ορμόνης της πείνας το βράδυ και η επίπτωση των ορμονών της όρεξης ίσως είναι μεγαλύτερη στα άτομα με επιρρέπεια στο «τσιμπολόγημα».

«Διαπιστώσαμε ότι το βράδυ είναι η περίοδος υψηλού κινδύνου για να φάμε περισσότερο, ειδικά αν έχουμε άγχος και είμαστε ήδη επιρρεπείς στο ακατάσχετο τσιμπολόγημα. Τα καλά νέα είναι ότι γνωρίζοντας αυτό, μπορούμε να κάνυομε πράγματα για να μειώσουμε την υπερφαγία τρώγοντας νωρίτερα μέσα στην ημέρα ή βρίσκοντας εναλλακτικούς τρόπους μείωσης του στρες», εξηγεί η Σούζαν Καρνελ, επίκουρη καθηγήτρια Ψυχιατρικής και Συμπεριφορικών Επιστημών στο αμερικανικό πανεπιστήμιο και κύρια συγγραφέας της μελέτης.

Σύμφωνα με την ίδια, παλαιότερες μελέτες είχαν δείξει ότι τα επίπεδα της γκρελίνης μπορούν να αυξηθούν εις ανταπόκρισει στο στρες κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ενδιαφερόμενη να μάθει πως το στρες επηρεάζει την πείνα τις βραδινές ώρες σχεδίασε με τους συνεργάτες της ένα πείραμα για να μετρήση την πείνα των εθελοντών και τα επίπεδα του στρες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.

Στο πείραμα πήραν μέρος 32 υπέρβαρα άτομα (19 άνδρες αι 13 γυναίκες), 18-50 ετών. Οι μισοί είχαν προηγουμένως διαγνωστεί με διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας. Ο δείκτης μάζας σώματος τους κυμαινόταν από 28 έως 52 και ήταν κατά τα άλλα υγιείς.

Το πρωτόκολλο της μελέτης προέβλεπε ότι κάθε συμμετέχων θα έμενε νηστικός για οκτώ ώρες, έπειτα θα κατανάλωνε ένα υγρό γεύμα με 608 θερμίδες, είτε στις 9:00 το πρωί, είτε στις 16:00 το απόγευμα. Περίπου 130 λεπτά μετά το γεύμα, κάθε εθελοντής έπρεπε να υποβληθεί σε στρες τεστ, όπου μια κάμερα κατέγραφε τις εκφράσεις του προσώπου ενώ το μη κυρίαρχο χέρι του έπρεπε να βυθιστεί σε έναν κουβά με παγωμένο νερό για δύο λεπτά. 

Οι ερευνητές πήραν δείγματα αίματος από κάθε άτομο και μέτρησαν τα επίπεδα του στρες και των ορμονών της πείνας. Επίσης, οι εθελοντές κλήθηκαν να βαθμολογήσουν το πόσο πεινούσαν και πόσο χορτάτοι ένιωθαν. 

Τριάντα λεπτά από την έναρξη του στρες τεστ, οι ειδικοί πρόσφεραν στους συμμετέχοντες έναν μπουφέ που περιείχε τρεις μεσαίου μεγέθους πίτσες, ατομικά σακουλάκια με πατατάκια, μπισκότα και σοκολάτες και νερό. 

Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι το χρονικό σημείο της ημέρας έπαιζε καθοριστικό ρόλο στα επίπεδα της πείνας, με μεγαλύτερη όρεξη για φαγητό το βράδυ, συγκριτικά με το πρωί. 

Επίσης παρατηρήθηκαν μειωμένα επίπεδα του πεπτιδίου ΥΥ, μιας ορμόνης που σχετίζεται με μειωμένη όρεξη, γλυκόζη και ινσουλίνη, σε συσχέτιση με το υγρό γεύμ που είχε καταναλωθεί αργότερα μέσα στην ημέρα. 

Σύμφωνα με την Δρ Καρνελ, μόνο τα άτομα με διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας είχαν χαμηλότερα επίπεδα κορεσμού το βράδυ. Αυτοί είχαν επίσης υψηλότερα αρχικά επίπεδα γκρελίνης στο βράδυ και χαμηλότερα αρχικά επίπεδα της το πρωί.

Μετά το στρες τεστ, τα επίπεδα άγχους κορυφώνονταν και τα επίπεδα της πείνας επίσης κλιμακώνονταν σταδιακά σε όλους τους συμμετέχοντες το πρωί και το βράδυ, αλλά τα επίπεδα της γκρελίνης ήταν συνολικά υψηλότερα το βράδυ. Αυτό σημαίνει ότι το άγχος έχει επίδραση στην ορμόνη της πείνας περισσότερο τις βραδινές ώρες παρά τις πρωινές.


Μαίρη Μπιμπή

health.in.gr