Όμορφη θρακιώτικη πόλη, το Διδυμότειχο είναι χτισμένο στη συμβολή των ποταμών Έβρου και Ερυθροπόταμου. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, «Διδυμότειχο» σημαίνει «διδυμάρικο κάστρο», δηλαδή τις δύο απέναντι ευρισκόμενες οχυρωμένες πόλεις: τη ρωμαϊκή Πλωτινόπολη, στο λόφο της Αγίας Πέτρας, και τη βυζαντινή πόλη, στο λόφο Καλέ.

Έδρα επισκόπου ήδη από τον 9ο αιώνα, το βυζαντινό Διδυμότειχο διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο, φθάνοντας στο απόγειο της δόξας του κατά την Υστεροβυζαντινή Περίοδο. Eδώ κατέφυγε πληγωμένος ο Mιχαήλ Θ’ Παλαιολόγος μετά την ήττα του από τους Kαταλανούς το 1305, εδώ γεννήθηκαν οι αυτοκράτορες Iωάννης Γ’ Bατάτζης (1222-1254) και Iωάννης Ε’ Παλαιολόγος (1341-1391), εδώ στέφθηκε αυτοκράτορας το 1341 ο Iωάννης ΣΤ’ Kαντακουζηνός.

Σε απόσταση 16 περίπου χλμ ΒΑ από το Διδυμότειχο, σε ένα χαμηλό γήλοφο, ορθώνεται το κάστρο του Πυθίου (Εμπύθιον κατά τους βυζαντινούς συγγραφείς), στο ανατολικό άκρο του ομώνυμου οικισμού.

Βάσει ιστορικών πληροφοριών που έχουμε στη διάθεσή μας, το συγκρότημα, έξοχο δείγμα ύστερης βυζαντινής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής, ιδρύθηκε στη δεκαετία 1330-1340 από τον Iωάννη ΣΤ’ Kαντακουζηνό σε στρατηγικό σημείο και χρησίμευσε ως προσωπικό του ενδιαίτημα και καταφύγιο την εποχή κατά την οποία διεκδικούσε το θρόνο από το νόμιμο κληρονόμο, Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο.

Το κάστρο του Πυθίου, το οποίο υπήρξε ένα από τα πρώτα που έπεσαν στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων, συνίστατο από έναν κεντρικό τριώροφο πύργο με τέσσερις χώρους σε κάθε όροφο, που χρησίμευε ως κατοικία, ένα μικρότερο πύργο με καθαρά αμυντικό χαρακτήρα, το μεταπύργιό τους με την κεντρική πύλη και τον οχυρωματικό περίβολο.

Το μεγαλοπρεπές και επιβλητικό συγκρότημα του Πυθίου συγκαταλέγεται στα πρωτοπόρα έργα της φρουριακής βυζαντινής αρχιτεκτονικής, αποτελώντας όχι μόνο ένα τεχνικό έργο αμυντικού χαρακτήρα αλλά και μια μνημειώδη αυτοκρατορική εγκατάσταση.

*Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το παρόν άρθρο προέρχονται από το διαδικτυακό τόπο του Δήμου Διδυμοτείχου.

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr