Πέρασα την πρώτη εβδομάδα του μηνός στο Λονδίνο, παρευρισκόμενος στο ετήσιό μας συνέδριο Βρετανών πρέσβεων, ύπατων αρμοστών και κυβερνητών από κάθε γωνία του πλανήτη. Η εκδήλωση μάς συναρπάζει πάντοτε, αλλά τη ζωντάνεψε φέτος η απόφαση που έλαβε ο βρετανικός λαός στις 23 Ιουνίου.

Η απόφαση αυτή προκάλεσε έκπληξη σε πολλούς ανθρώπους στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ευρώπη και πιο πέρα, εμού συμπεριλαμβανομένου. Από τότε, η κατάσταση είναι συναισθηματικά φορτισμένη. Οι αντιδράσεις των αγορών ήταν ισχυρές, και ο βαθμός της πολιτικής ασάφειας είναι ασυνήθιστος.  Αλλά οι θεσμοί μας είναι σταθεροί και δυνατοί, και παρόλα όσα είπαν μερικοί σχολιαστές, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει καταρρεύσει.  

Ήταν αυτονόητο ότι σε μια εκδήλωση που λάβαινε χώρα στο Λονδίνο πολύ σύντομα μετά από το δημοψήφισμα, θα υπήρχε αβεβαιότητα στον αέρα. Παρά ταύτα, εντυπωσιάστηκα από τον ήρεμο, νηφάλιο και αποφασιστικό τόνο όλων όσων μας απευθύνθηκαν, καθώς και από τον επαγγελματισμό όλων μου των συναδέλφων.

Για τον δημόσιο τομέα, της διπλωματικής υπηρεσίας συμπεριλαμβανομένης, το καθήκον μας και τα επόμενά μας βήματα είναι σαφή. Όπως δήλωσα στο προηγούμενό μου μπλογκ, ο τότε Πρωθυπουργός, κ. Κάμερον, μόλις γνωστοποιήθηκε η έκβαση του δημοψηφίσματος, ανακοίνωσε ότι «Η απόφαση του Βρετανικού λαού αποτελεί εντολή που πρέπει να εκτελεστεί». Οπότε, προετοιμάζουμε συμβουλές και προτάσεις για την εκτέλεση της εντολής αυτής.

Βεβαίως, η εκλογή μιας νέας αρχηγού του συντηρητικού κόμματος και ο διορισμός της ως πρωθυπουργού έχει αφαιρέσει πολλές πτυχές της αβεβαιότητας που προκάλεσε η έκβαση του δημοψηφίσματος.  Μπροστά της, η κυρία Μέι έχει την πρόκληση του να βγάλει το Ηνωμένο Βασίλειο έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση και να ορίσει μια καινούργια και αποδοτική σχέση μεταξύ της πατρίδας μου και της Ευρώπης.

Συνεχίζουμε τη δουλεία που μας έχει ανατεθεί. Η Βρετανία είναι μεγάλη χώρα που θα είναι πάντα ικανή να ευημερεί και ανθεί στη διεθνή σκηνή. Είμαστε μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ, των G7, των G20 και της Κοινοπολιτείας. Η φωνή μας θα ακούγεται πάντα δυνατά παγκοσμίως. Η Βρετανία είναι – και θα είναι πάντα – ανοιχτή στο επιχειρείν, δεσμευμένη στην ειρήνη και την ασφαλεία, και ένας σπουδαίος υποστηρικτής του διεθνούς, βασισμένου στους κανόνες, συστήματος. Η δέσμευσή μας στην εκτεταμένη μας συνεργασία σχετικά με την ασφαλεία με διεθνείς εταίρους παραμένει αταλάντευτη. Αν και η φύση της μελλοντικής μας σχέσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζεται εκ νέου τώρα, θέλουμε τους πιο ισχυρούς δυνατούς οικονομικούς δεσμούς με τους Ευρωπαίους μας γείτονες, καθώς και τους στενούς μας φίλους στη βόρεια Αμερική, την Κοινοπολιτεία, και σημαντικούς εταίρους σαν την Ινδία και την Κίνα.

Θα κρατιόμαστε γερά από ένα όραμα μιας Βρετανίας που θέλει να χαίρει εκτιμήσεως στο εξωτερικό, να είναι ανεκτική, φιλελεύθερη και ανοιχτή στο εσωτερικό, να εμπλέκεται στα παγκόσμια ζητήματα, και να συνεργάζεται με τους διεθνείς μας εταίρους, ώστε να προωθήσουμε την ευημερία και την ασφάλεια του έθνους μας από εδώ και πέρα.

Έχουμε σήμερα μια από τις πιο ισχυρές και πιο προχωρημένες οικονομίες του κόσμου και είμαστε σε μια καλή θέση για να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά μας. Έχουμε χαμηλό, σταθέρο πληθωρισμό. Ο δείκτης απασχόλησης παραμένει  πιο υψηλός παρά ποτέ. Το δημοσιονομικό έλλειμα μειώθηκε και οι τράπεζες υποχρεώνονται να κρατούν περισσότερα κεφαλαιουχικά αποθέματα απ’ ό,τι πριν από την χρηματοοικονομική κρίση.

Διεθνώς, είμαστε η μόνη μεγάλη χώρα που θα εκπληρώσει ταυτόχρονα τον ΝΑΤΟϊκό στόχο να δαπανηθεί το 2% του ΑΕΠ μας στην άμυνα και τον στόχο του ΟΗΕ να δαπανηθεί το 0,7% του ΑΕΕ μας στην διεθνή ανάπτυξη.

Είμαι σίγουρος ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της πατρίδας μου και της ΕΕ τους ερχόμενους μήνες θα αναδείξουν στιγμές αναταραχής και διαφωνίας, αλλά και αμοιβαίων ευκαιριών. Από το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, αποκτήσαμε την συνήθεια να ολοκληρώνουμε επιτυχώς τις διαπραγματεύσεις μεταξύ μας.  Ο στόχος μου ως Βρετανού Πρέσβη στην Ελλάδα αυτή την περίοδο είναι σαφής: να χρησιμοποιήσω αυτή την ευκαιρία για να ενισχύσω τις διμερείς σχέσεις μεταξύ των δυο μας χωρών. Για σχεδόν δυο αιώνες της κοινής ιστορίας, εντός και εκτός της Ευρωπαϊκης Ένωσης και των άλλων μας συμμαχιών, ο βρετανικός λαός και ο ελληνικός λάος έχουν στηρίξει ο ένας τον άλλο. Είμαι βέβαιος πως αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ. Εφόσον έχουμε το νου μας σε αυτή τη φιλία και αυτά τα αμοιβαία συμφέροντα, έχουμε κάθε λόγο να αισιοδοξούμε.

Τζων Κίττμερ