Ψηφίδα του βόρειου δωδεκανησιακού συμπλέγματος, η Λέρος, εύφορη στο εσωτερικό της, διαθέτει δαντελωτές
ακτές, ασφαλή λιμάνια και φιλόξενα αγκυροβόλια.

Το νησί, που συνδέεται μυθολογικά με τον ήρωα Μελέαγρο και
το κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, κατοικήθηκε από την Τελική Νεολιθική
Εποχή (4η χιλιετία π.Χ.). Η Λέρος ανήκε στην αρχαιότητα μαζί με την
Πάτμο στον ιωνικό χώρο (σε αντίθεση με τη γειτονική Κάλυμνο, που ήταν
δωρική), δέχτηκε δε επί μακρόν την πολιτική επιρροή της Μιλήτου,
ιωνικής αποικιακής μητρόπολης.

Τα σημαντικότερα μνημεία των Ιστορικών
Χρόνων είναι τα οχυρωματικά έργα (πιθανότατα των Μιλησίων) στον
Ξηρόκαμπο και το Παρθένι (4ος αιώνας π.Χ.). Κατά τους Παλαιοχριστιανικούς
Χρόνους (5ος-7ος αιώνας) οργανώθηκαν οικισμοί σε παραλιακές κυρίως θέσεις
της Λέρου, αναπτύχθηκε δε έντονη οικοδομική δραστηριότητα (πολυάριθμα
εκκλησιαστικά και κοσμικά κτίρια).

Το σπουδαιότερο μεσαιωνικό μνημείο
του νησιού είναι το κάστρο του Παντελίου, με βυζαντινές (Μεσοβυζαντινοί
Χρόνοι) και ιπποτικές εγκαταστάσεις.

Επί Ιπποτοκρατίας (1309-1522) η
Λέρος υπαγόταν στη διοικητική μονάδα της Κω, μαζί με την Κάλυμνο και τη
Νίσυρο. Μάλιστα, το νησί αναφέρεται συχνά σε κείμενα προσκυνητών που
περνούσαν από αυτό ενώ κατευθύνονταν προς τους Αγίους Τόπους.

Κατά τη
διάρκεια της Τουρκοκρατίας (1523-1912) η Λέρος δοκιμάστηκε αρχικά από
τους ενετοτουρκικούς πολέμους και τις αλλεπάλληλες πειρατικές επιδρομές,
στη συνέχεια όμως γνώρισε περίοδο ακμής χάρη στην οικονομική υποστήριξή
της από τους ομογενείς των μεγάλων κέντρων του εξωτερικού (Λεριακή
Αδελφότητα Καΐρου κ.ά.).

Επί Ιταλοκρατίας (1912-1947) κατασκευάστηκαν στη Λέρο (ιδανική έδρα στρατιωτικών επιχειρήσεων
στην Ανατολική Μεσόγειο χάρη στα ασφαλή λιμάνια της) εκτεταμένα οχυρωματικά έργα
και μεγάλη αεροναυτική βάση (στα Λέπιδα του Λακκίου), οικοδομήθηκε δε
στο Λακκί μια νέα πόλη (Porto Lago) για την
εγκατάσταση των ιταλών αξιωματικών της βάσης και των οικογενειών τους.

Η Λέρος ενσωματώθηκε επίσημα στην Ελλάδα
το 1948. Την πρόσφατη ιστορία του νησιού σημάδεψε η λειτουργία του
Κρατικού Θεραπευτηρίου (Ψυχιατρικού Νοσοκομείου) και των στρατοπέδων
συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων επί δικτατορίας.

Ο Πλάτανος, η Αγία Μαρίνα και το Παντέλι συνθέτουν ένα ενιαίο οικιστικό σύνολο, που ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο και
απλώνεται ανάμεσα σε δύο μικρούς ορεινούς όγκους (Απιτύκι και Μεροβίγλι)
και σε δύο όρμους (Αλίνδων και Παντέλι).

Καρδιά και
διοικητικό κέντρο του νησιού, ο Πλάτανος με την ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική φυσιογνωμία, όπου
συνυπάρχουν η τοπική λαϊκή παράδοση και οι ξένες επιδράσεις του τέλους
του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, ενώνει το λιμάνι της Αγίας Μαρίνας με το
Παντέλι, μικρό ψαροχώρι άλλοτε.

Επιπεδόστεγα παραδοσιακά σπίτια και
πολύχρωμα νεοκλασικά, χτισμένα στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού
αιώνα, αλλά και το εντυπωσιακό μεσαιωνικό κάστρο στο Παντέλι, πάνω από την Αγία Μαρίνα και τον
Πλάτανο, συνθέτουν την εικόνα της περιοχής, που κατοικήθηκε από την
αρχαιότητα.

Σύμβολο της Λέρου, το κάστρο στο Παντέλι προσφέρει υπέροχη θέα. Στα τέλη του 11ου αιώνα ο βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός δώρισε στον όσιο Χριστόδουλο της
Πάτμου το βυζαντινό κάστρο ως μετόχι της μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου (οι κάτοικοι
που αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν κατέφυγαν στο Παλαιόκαστρο, στο
νότιο τμήμα του νησιού).

Επί Ιπποτοκρατίας, το 15ο αιώνα, ενισχύθηκαν
τμήματα των βυζαντινών οχυρώσεων και οικοδομήθηκε ο εξωτερικός περίβολος
του κάστρου (οι δύο εσωτερικοί περίβολοι ανάγονται στους Μεσοβυζαντινούς Χρόνους).

Από τις εκκλησίες του κάστρου, στους Μεσοβυζαντινούς Χρόνους ίσως
ιδρύθηκε η Αγία Τριάδα (φέρει τοιχογραφίες 15ου αιώνα), ενώ οι υπόλοιπες
χτίστηκαν επί Ιπποτοκρατίας. Η Παναγία του Κάστρου
οικοδομήθηκε γύρω στα τέλη του 17ου αιώνα.

Περιοχή με αξιόλογη τουριστική κίνηση και υποδομή, τα Άλινδα
(Άλιντα) είναι απλωμένα στο μυχό του ομώνυμου όρμου, ενωμένα σχεδόν με
το Kριθώνι. Στο γραφικό, καταπράσινο τοπίο χτίστηκε το πρώτο ξενοδοχείο
του νησιού το 1923.

Στα Άλινδα βρίσκεται ο πύργος Μπελλένη, όπου στεγάζεται
το Ιστορικό – Λαογραφικό Μουσείο «Μανώλης Ήσυχος». Διατηρητέο μνημείο με στοιχεία
μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής, ο πύργος χτίστηκε από τον εύπορο ομογενή και
ευεργέτη της Λέρου Παρίση Μπελλένη (1871-1957) κατά τα έτη 1925-1927.
 

Tο Λακκί, κύριο λιμάνι της Λέρου, στο μυχό του ομώνυμου κλειστού όρμου, ιδρύθηκε επί Ιταλοκρατίας με την ονομασία Porto Lago,
αφενός μεν στο πλαίσιο της φασιστικής πολιτικής για τη δημιουργία νέων
πόλεων, αφετέρου δε προκειμένου να καλυφθούν οι στεγαστικές ανάγκες των
ιταλών αξιωματικών της μεγάλης αεροναυτικής βάσης στα Λέπιδα.

Ύστερα από
απαλλοτριώσεις, αποξηράνσεις και επιχωματώσεις η εξοχή του Λακκίου
μετατράπηκε στη μοναδική νέα ιταλική πόλη στα Δωδεκάνησα, ένα μουσείο
της μοντέρνας αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του 1930 στον ελληνικό χώρο
και ένα πολύ ενδιαφέρον σύνολο του ιταλικού – μεσογειακού ρασιοναλισμού.

Τον επισκέπτη εντυπωσιάζουν η άψογη ρυμοτομία, τα επιβλητικά ιταλικά κτίρια (ξεχωρίζουν το συγκρότημα της αγοράς με τον πύργο-ρολόι, ο στρατώνας του ναυτικού, το Κτίριο του Φασισμού, το κινηματοθέατρο και το δημοτικό σχολείο), οι
ανοιχτοί δρόμοι, τα πάρκα, οι δεντροστοιχίες με τους ευκάλυπτους.

Το
ιδιαίτερα ασφαλές λιμάνι του Λακκίου (θεωρείται βέβαιο ότι
χρησιμοποιήθηκε και στην αρχαιότητα) διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη
νεότερη ιστορία του νησιού. Κατά τη διάρκεια της Μάχης της Λέρου, στις 26 Σεπτεμβρίου 1943,
βυθίστηκε από γερμανικά βομβαρδιστικά στον όρμο του Λακκίου το ελληνικό αντιτορπιλικό «Bασίλισσα Όλγα».

Εξάλλου, στους πρώην
ιταλικούς στρατώνες, στα Λέπιδα, λειτούργησαν από το 1949 έως το 1963 οι
Βασιλικές Τεχνικές Σχολές.