Χρυσοκόκκινοι σταλακτίτες κρέμονται βαριά απο το θόλο της μεγάλης σπηλιάς στον Αρμεό Καλύμνου. Οι ασφάλειες των αναρριχητών γυαλίζουν στο βράχο. Όλες οι κορυφές με τα πεδία λούζονται στον ήλιο, μέχρι την ώρα που αυτός θα βυθιστεί απέναντι στη θάλασσα, αριστερά του κώνου της νήσου Τελένδου.

Κοιτώντας προσεκτικά, όλοι οι ορθωμένοι, επιβλητικοί, κάθετοι άγονοι βράχοι είναι στολισμένοι με ζωηρά χρώματα: κόκκινα, μπλε, κίτρινα, άσπρα, τα μπλουζάκια των αναρριχητών, που ανεβοκατεβαίνουν ξαναμμένοι από χαρά και προσπάθεια. Όταν σκοτεινιάσει, ψηλά στους βράχους θα λάμπουν οι φακοί τους, φωτάκια ανακατεμένα με τ’ άστρα τ’ ουρανού και τα βεγγαλικά των Ιταλών, που πάλι γιορτάζουν κάτι.

Στο βράχο του Καστελίου μια Καλυμνιά με βατραχοπέδιλα κολυμπά γύρω-γύρω τα βραχάκια και ξεκολλά πεταλίδες. Μου δίνει το μαχαίρι της για λίγο, και εκείνη την ώρα χάνει ένα καβούρι και βγάζει μια φωνή: «Τα θέλω», μου λέει, «τα βράζω με τη μακαρονάδα».

Τα βράχια συνεχίζουν κοφτά μέσα στο βυθό. Σχηματίζουν υποβρύχια κανάλια και φαράγγια, μικρές βαθυγάλαζες σπηλίτσες, γεμάτες μοβ και πορτοκαλιά κοράλλια, τρύπες αστακών, όλων των ειδών τα ψάρια της Μεσογείου, σπόγγους, αστερίες…

Βουτήξαμε στα Θέρμα και στην Τέλενδο. Αγόρασα βιβλία με την ιστορία των σφουγγαράδων, ιστορία του νησιού: καπεταναίοι, κολαουζέρηδες, σφουγγαράδες, μαρκουτσέρηδες, μοτορίστες, κουππάδες, μπαλαρίστες, μπρατσαραίοι, τρεχαντηδιέρηδες, ρεβεριτζήδες, βουτηχτές, μάγειροι, μάστοροι, μαστόρισσες, σπογγέμποροι, προμηθευτές, ξεκινητές, επενδυτές, γραμματικοί, και οι οικογένειές τους, έδεσαν τη ζωή τους, και το θάνατό τους, με το σκάφανδρο στην εποχή της σπογγαλιείας.

Εφτάμηνα ταξίδια με το μηχανοκάικο στις ακτές της Αφρικής και τρεις βουτιές τη μέρα ανά δύτη, παραβιάσεις χρόνων βυθού και αναδύσεων, σακάτεψαν τους πιο μαγκιόρους παλικαράδες δύτες, μαυροφόρεσαν τις Καλυμνιές και έβαψαν τα σπίτια του νησιού με φούμο.

Αν και η αγάπη τους για τη θάλασσα δεν κατάφερε να σβήσει, μια καινούρια αρχή για την οικονομία του νησιού είναι τώρα η αναρρίχηση. Όλη η περιοχή του γυμνού βράχινου τοπίου που κόβει την ανάσα απο το Μασούρι και πέρα (Αρμεός, Αργινώντα, Σκάλια, Εμπορειός) είναι το φημισμένο, εξαιρετικής ποιότητας και αισθητικής βράχου αναρριχητικό πάρκο, που προσελκύει τους καλύτερους αναρριχητές του κόσμου.

Εδώ ο μακρυμάλλης νεαρός με το σακίδιο στην πλάτη είναι ο αξιοσέβαστος αναρριχητής που με κρυφό θαυμασμό θα τρέξουν να περιποιηθούν οι οικοδέσποινες των δωματίων και της ταβέρνας: μεγάλες πιατέλες με αρνί «μουούρι» και γεμάτες γαβάθες με σαλάτα «μερμιζέλι» καταφθάνουν την ώρα που «κατεβαίνουν πεινασμένοι οι αθρώποι από το βουνό».   

Από το σεισμό  του 535 μ.Χ. χωρίστηκε η Κάλυμνος απο την Τέλενδο. Στο θαλάσσιο κανάλι (700 μέτρων) που σχηματίστηκε γίνονται κάθε καλοκαίρι κολυμβητικοί αγώνες για άντρες, γυναίκες και παιδιά, ντόπιους και ξένους. Αθλητικές Αγγλίδες, μόνιμοι κάτοικοι πλέον, κάνουν το γύρο της Τελένδου με τα κανό και τα καγιάκ τους.

Με τα εκδρομικά σκαφάκια να πηγαινοέρχονται συνέχεια απο τις Μυρτιές, η Τέλενδος μοιάζει να είναι ακόμα μέρος της Καλύμνου, μόνο που εδώ δεν υπάρχουν καθόλου αυτοκίνητα, ούτε δρόμοι, μόνο το απόκρημνο μονοπάτι που ανεβαίνει περιφερειακά της απότομης ράχης που αποτελεί όλο το νησί και καταλήγει στο εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου και τις αναρριχητικές διαδρομές της Τελένδου.

Έχω ένα χρωματιστό σακίδιο με το σκοινί και τα αναρριχητικά μου, ένα μεγάλο με τη στολή και τα καταδυτικά μου, ένα κόκκινο μικρό με μια σκέτη μάσκα και αντηλιακό για το απλό κολύμπι.

Στην Κάλυμνο δεν ξέρω τι να πρωτοκάνω: ν’ αγγίξω το βράχο, να βυθιστώ στο νερό ή απλά να αγναντεύω μακριά το πέλαγος φορώντας το ψάθινο καπέλο μου και μισοκλείνοντας τα μάτια κάτω απο το ζεστό ήλιο των Δωδεκανήσων;