Τις τελευταίες ημέρες έκανε την εμφάνισή του κατά την διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με τους ευρωπαίους εταίρους, το επιχείρημα πως δεν μπορεί να γίνει πολιτικά αποδεκτή η μείωση του απαιτούμενου επιπέδου πρωτογενούς δημοσιοοικονομικού πλεονάσματος (χωρίς, δηλαδή, να συνυπολογίζεται το κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου δανεισμού) από τον υπάρχοντα στόχο για 4,5% το 2016, σε χαμηλότερα επίπεδα. Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, οι (πολιτικές) αντιδράσεις σε ενδεχόμενο αίτημα μείωσης του απαιτούμενου στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος θα ήταν πρωτοφανείς, αφού κάτι παρόμοιο θα καταργούσε την πολιτική ίσης μεταχείρισης της Ελλάδας και των υπόλοιπων χωρών σε πρόγραμμα στήριξης.

Δεν είναι τυχαίο πως οι πλέον αρνητικές αντιδράσεις δεν προήλθαν, όπως ίσως ανέμενε κανείς, από τις «πλεονασματικές» χώρες του Βορρά, αλλά πρωτίστως από τις υπόλοιπες «μεσογειακές» χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ισπανία & Πορτογαλία). Για τις υπόλοιπες χώρες σε πρόγραμμα σταθεροποίησης (συμπεριλαμβανομένης και της Ισπανίας, η οποία δεν έχει προσυπογράψει μνημόνιο, αλλά έχει αναλάβει αντίστοιχες δεσμεύσεις έναντι των ευρωπαίων εταίρων) με την συμβολή των ευρωπαϊκών μηχανισμών διάσωσης (ή/και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), το ενδεχόμενο να φανούν μειοδότες στην διαπραγμάτευση μπορεί να αποβεί πολιτικά καταστροφικό.

Η άποψη αυτή, όμως, δεν είναι απαραίτητα ορθή: Η Ελλάδα, μαζί με την Ιρλανδία, διατηρεί τα σκήπτρα του πρωταθλητή της δημοσιοοικονομικής προσαρμογής, καθώς μείωσε το πρωτογενές δημοσιοοικονομικό αποτέλεσμα κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, μεταξύ 2009 και 2014 (Πίνακας 1). Μάλιστα, τα σχετικά μέτρα που ελήφθησαν είναι σαφώς μονιμότερου χαρακτήρα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες που αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν σταθεροποιητικά προγράμματα.

Πίνακας 1: Πρωτογενές αποτέλεσμα και δομικό (structural) πρωτογενές αποτέλεσμα (πρωτογενές αποτέλεσμα σε σχέση με το δυνητικό ΑΕΠ, potential GDP). 

Πηγή: ECFIN AMECO & Bruegel.

Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η μείωση του παραγόμενου προϊόντος στην Ελλάδα έλαβε σαφώς χειρότερες διαστάσεις σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, κατ’ επέκταση, σε όρους δομικού πρωτογενούς αποτελέσματος (πρωτογενές αποτέλεσμα σε σχέση με το δυνητικό ΑΕΠ) η προσαρμογή στην Ελλάδα ήταν προφανώς υψηλότερη (υπερδιπλάσια) της, σε μεγάλη απόσταση «δευτεραθλήτριας», Ιρλανδίας.

Η θηριώδης δημοσιονομική προσαρμογή που έχει επιτευχτεί επιτρέπει την προσδοκία για μία καλή διαπραγματευτική εξέλιξη, Εάν όμως παραταθεί ο χρόνος διαπραγμάτευσης, πιθανόν να απολεσθεί και το συγκεκριμένο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα διότι ό,τι και να επιτύχουμε για το 2015, σε όρους μείωσης των υποχρεώσεων του πρωτογενούς πλεονάσματος, μπορεί να χαθεί εκ των πραγμάτων, λόγω της «φοροδοτικής αποχής».

Π.Ε. Πετράκης
Καθηγητής ΕΚΠΑ
In Deep Analysis

in.gr