Ο ρυθμός της ανάκαμψης παραμένει αργός στην ευρωπαϊκή οικονομία καθώς συνεχίζει να αγωνίζεται για να αφήσει τα κληροδοτήματα της κρίσης πίσω της (Ευρωπαϊκή Επιτροπή 2015). Η οικονομική ανάπτυξη παραμένει επίσης σχετικά χαμηλή υπό τις συνθήκες της ημιτελούς μακροοικονομικής προσαρμογής των οικονομιών της Ευρώπης και της υποτονικής εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, καθώς και τη μακροχρόνια ασθενή τάση ανάπτυξης. Ωστόσο, παρατηρούνται μια σειρά από θετικές εξελίξεις:

  1. Μεγάλη μείωση στην τιμή του πετρελαίου. Η πρόσφατη απότομη και σημαντική πτώση των τιμών του πετρελαίου αναμένεται να δώσει ώθηση στην αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, αν και θα συμπιέσει περαιτέρω τον παρατηρούμενο πληθωρισμό. Η βελτίωση των προσδοκιών της αγοράς υποδηλώνει μια σταδιακή μόνο ανάκαμψη. Οι χαμηλότερες τιμές του πετρελαίου αναμένεται να ωφελήσουν την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μέσω της αύξησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και διεύρυνσης των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων.
  2. Ποσοτική Χαλάρωση από την ΕΚΤ. Η ποσοτική χαλάρωση στην οποία προχώρησε η ΕΚΤ φαίνεται να είναι αρκετά μεγάλη ώστε να έχει αντίκτυπο στις μακροοικονομικές εξελίξεις. Η ανακοίνωση και μόνο της ενέργειας αυτής αναμένεται να στηρίξει τη σταθεροποίηση των μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό κάτι που θα αμβλύνει την άνοδο των πραγματικών επιτοκίων που προκαλείται από τη μείωση του πληθωρισμού. Αυτό θα διευκολύνει περαιτέρω τη διαδικασία απομόχλευσης στην Ευρωζώνη και θα στηρίξει τη ζήτηση πιστώσεων.
  3. Υποτίμηση του ευρώ. Οι προσδοκίες ότι η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής στις ΗΠΑ θα διαφέρει από εκείνη της ζώνης του ευρώ, είχαν ισχυρό αντίκτυπο στη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ κατά τους τελευταίους μήνες. Η υποτίμηση της εμπορικά σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ αναμένεται να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των τιμών των επιχειρήσεων της Ευρωζώνης στις ξένες και εγχώριες αγορές, το 2015 και το 2016,  ενώ επίσης θα ωθήσει και σε ένα υψηλότερο επίπεδο πληθωρισμού το 2016.

Η θετική επίδραση των παραπάνω εξελίξεων θα πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο άλλων αντιτιθέμενων παραγόντων, όπως είναι τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, οι μόνιμες διαρθρωτικές αδυναμίες και οι αυξημένες γεωπολιτικές ανησυχίες. Παρ ‘όλα αυτά, οι θετικές εξελίξεις περιορίζουν τον κίνδυνο της εισόδου μια μακρά περίοδο πολύ χαμηλής ανάπτυξης.

Όσον αφορά στην ελληνική οικονομία, έπειτα από έξι χρόνια ύφεσης, επέστρεψε σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης το 2014. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,4% -σε ετήσια βάση- κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2014 και κατά 1,6% κατά το τρίτο τρίμηνο, κυρίως υπό την επίδραση της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης και την ισχυρή απόδοση των εξαγωγών, ιδιαίτερα στον τουρισμό και στη ναυτιλία. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά το τρίτο τρίμηνο του 2014, για πρώτη φορά από το 2008. Το 2014 το ισοζύγιο προσκλήσεων αυξήθηκε για πρώτη φορά μετά το 2008 κατά 101.000 θέσεις εργασίας. Η δυναμική της ανάπτυξης ήταν αρκετά σταθερή κατά το τρίτο τρίμηνο του 2014, αν και οι πρόωρες εκλογές έχουν επηρεάσει την εμπιστοσύνη και τις επενδύσεις. Μετά την ενίσχυση, τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο, ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος υποχώρησε στο 98,9 τον Δεκέμβριο, το χαμηλότερο σημείο από τον Απρίλιο και μετά. Ωστόσο, η αβεβαιότητα αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη το πρώτο τρίμηνο του 2015 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή 2015). Η αβεβαιότητα φαίνεται να εμποδίζει τις θετικές επιπτώσεις των εξελίξεων που επηρεάζουν την ευρωπαϊκή οικονομία να δράσουν στην ελληνική.

Υπογραμμίζοντας μια δριμύτερη επιδείνωση του τομέα παραγωγής αγαθών της Ελλάδας, ο κύριος εποχικά προσαρμοσμένος Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών της Markit για τον τομέα μεταποίησης στην Ελλάδα –δείκτης που ανακοινώνεται κάθε μήνα από το Markit και συνιστά ένα σημαντικό δείκτη με προβλεπτική ικανότητα, ο οποίος παρέχει μια εκτίμηση των συνολικών επιχειρησιακών συνθηκών– υποχώρησε σε χαμηλό 15 μηνών κλείνοντας στις 48,3 μονάδες τον Ιανουάριο, από τις 49,4 μονάδες του Δεκεμβρίου. Πρόκειται για την έβδομη φορά που ο δείκτης καταγράφει τιμή κάτω από το σημείο μηδενικής μεταβολής των 50 μονάδων στο διάστημα των τελευταίων οκτώ μηνών. Μεταξύ των παραγόντων, οι οποίοι παρέσυραν τον κύριο δείκτη PMI σε χαμηλότερα επίπεδα τον Ιανουάριο, ήταν η μείωση της παραγωγής του μεταποιητικού τομέα και το περιορισμένο επίπεδο των εισερχόμενων νέων εργασιών του τομέα, τα οποία περιορίστηκαν με επιταχυνόμενο ρυθμό, τον υψηλότερο από τον Οκτώβριο του 2013.

Το επίπεδο αβεβαιότητας στην ελληνική οικονομία μετά από μια περίοδο αποκλιμάκωσης βρίσκεται για το μήνα Ιανουάριο του 2015 σε υψηλό πενταετίας. Συγκεκριμένα για το μήνα Ιανουάριο του 2015 ο δείκτης ανήλθε στις 577,61 μονάδες έναντι 303,94 μονάδων που ήταν τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, σημειώνοντας αύξηση 90,3%. Ήδη, από τον Αύγουστο 2014 παρατηρείται ότι η πορεία του δείκτη είναι έντονα ανοδική δείγμα των έντονων αρνητικών γεγονότων που λαμβάνουν χώρα το τελευταίο διάστημα. Μάλιστα, ύστερα από μια φάση αποκλιμάκωσης της αβεβαιότητας (Ιούλιος 2013-Αύγουστος 2014) η ελληνική οικονομία εισέρχεται πάλι σε υψηλά επίπεδα αβεβαιότητας. Η πρόσφατη αύξηση της αβεβαιότητας αποτυπώνεται και στην απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου η οποία οφείλεται όχι μόνο στην επιδείνωση της μακροοικονομικής θέσης της Ελλάδας αλλά και στη γενικότερη αποστροφή στον κίνδυνο που χαρακτηρίζει τις αγορές αυτό το διάστημα, αλλά και σε παρεμβάσεις πολιτικού χαρακτήρα. Μεσοπρόθεσμα αναμένεται η διατήρηση του δείκτη σε υψηλά επίπεδα. Η αποκλιμάκωσή του θα εξαρτηθεί μεταξύ άλλων από την έκβαση των διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης με τους ευρωπαίους εταίρους, τη βιωσιμότητα του χρέους και εν γένει την πολιτική σταθερότητα. Η αποκλιμάκωσή της είναι αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη.

Π.Ε. Πετράκης
Καθηγητής ΕΚΠΑ
In Deep Analysis

in.gr