Παρακολουθώ μία τελευταία εξέλιξη στον πολιτικό λόγο της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα. Ο λόγος αυτός οδηγείται να χαρακτηρίζει οποιαδήποτε κατάσταση που θα προέλθει από τη μετεξέλιξη του Β’ Μνημόνιου  ως νέο Μνημόνιο.

Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική: Σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της χώρας μας στο πλαίσιο του ευρύτερου Ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης  τυπικά μετά το 2016, μπορεί να έχουμε τέσσερις επιμέρους εκδοχές εξέλιξης των πραγμάτων:

Από τις τέσσερις αυτές εκδοχές μόνο η τέταρτη με Νέο – Πρόγραμμα θα ισοδυναμεί με ένα νέο Μνημόνιο, μία κατάσταση δηλαδή όπως αυτή που ισχύει στην Ελλάδα την περίοδο 2010 – 2014 (2016).

Δυστυχώς, εάν καταλαβαίνω καλά, όλες οι υπόλοιπες εκδοχές ονομάζονται «Μνημόνια».

Δύο είναι οι σημαντικές επιπτώσεις από την ισοπεδωτική αντίληψη για τις εξελίξεις:

α) Ο πρώτος είναι ένας αυτο-εγκλωβισμός σε ένα συγκεκριμένο ιδεολόγημα που θα έχει συγκεκριμένες επιπτώσεις στην πολιτική και κοινωνική ζωή.

β) Ο δεύτερος είναι ο εξωβελισμός του προβληματισμού για το τι θα ήταν προτιμότερο για την Ελληνική οικονομία και ο εγκλωβισμός σε μία συνθηματολογία.

Πρόκειται για ένα νεοεγκλωβισμό όπως αυτόν της πρώτης περιόδου (2010 – 2014) που αφορούσε την απειλή της πτώχευσης, δηλαδή την πολιτική στάση διαπραγμάτευσης απέναντι στους δανειστές μας: Να τους απειλήσουμε με την προοπτική της πτώχευσής μας. Με άλλα λόγια να τους απειλήσουμε ότι θα αυτοκτονήσουμε (π.χ. να αρνηθούμε να δανειστούμε και κατά συνέπεια να μην ανανεώσουμε το χρέος μας που λήγει) για να τους αναγκάσουμε να κάνουν μία καλή συμφωνία μαζί μας. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής έκρυψαν από τους εαυτούς τους και τους ακροατές τους ότι οι εξελίξεις δεν περιγράφονταν από μία άσπρη και μαύρη κατάσταση. Υπήρχαν πολλές εκδοχές της πραγματικότητας που μπορούσαν να ακολουθηθούν, ακολουθήθηκαν και θα ακολουθηθούν. Άρα ένα εκβιαστικό δίλημμα δε θα είχε ιδιαίτερη αξία αφού οι συζητητές μας πολύ εύκολα απλώς μπορούσαν να αλλάξουν το επίπεδο και τα χαρακτηριστικά της συζήτησης και να αποδυναμώσουν τον εκβιασμό. Εξάλλου πιστεύω ότι ο συλλογισμός της απειλής της πτώχευσης έβαλε και οροφή στη δυνατότητα αύξησης της εκλογικής δύναμης των κομμάτων που τον υποστήριζαν. Ο λόγος είναι πολύ απλός: Απουσιάζει μία απάντηση στην ερώτηση. Λες να συμβεί; Τι θα σημαίνει η πλεύση σε αχαρτογράφητα νερά; Άρα από ένα σημείο και μετά δύσκολα προσχωρείς στη λογική αυτή. Επιπροσθέτως έκανε πολύ ευκολότερη την αποδοχή των λανθασμένων σχεδιασμών του Α’ Μνημονίου. Είναι πάλι απλό το γιατί: το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης ασχολείτο με το αντιπαράδειγμα, τι καλά που θα ήταν εάν ζούσαμε σ’ ένα άλλο κόσμο, και αφήναμε το παράδειγμα (Μνημόνιο) να περάσει κάτω από τα πόδια μας.

Ποιος είναι ο λόγος που όλες οι εκδοχές ονομάζονται «Μνημόνια». Δύο πιστεύω ότι είναι οι βασικοί λόγοι: α) Ο πρώτος είναι επικοινωνιακός. Είναι ένας απλός τρόπος να επικοινωνηθεί με τον απλό λαό ότι έρχεται ένα νέο πλαίσιο υποχρεώσεων που έχει συμφωνηθεί με τους εταίρους. Και επειδή έχει υποχρεώσεις και καθήκοντα, συναισθηματικά μας φέρνει κοντά σε οτιδήποτε αρνητικό μας βρήκε την τελευταία τετραετία (Μνημόνιο). β) Ο δεύτερος είναι άγνοια των πραγματικών σχετικών διαδικασιών και των χαρακτηριστικών τους. Εξάλλου πράγματι δε γνωρίζουμε τους όρους των νέων υποχρεώσεων μας, άρα έτσι και αλλιώς είναι πολύ νωρίς να χαρακτηρίζουμε την εξέλιξη ως νέο Μνημόνιο.

Έχουν διαφορές οι τέσσερις εκδοχές η μία από την άλλη; Βεβαίως και είναι εξαιρετικά σημαντικές. Οι διαφορές αφορούν στους όρους και στις προϋποθέσεις εισόδου σε καθεμία από αυτές αλλά και τη βαρύτητα των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουμε κάθε φορά. Μάλιστα η ομάδα των τριών πρώτων εκδοχών διαφέρει δραματικά από την τέταρτη εκδοχή (Νέο Μνημόνιο) σε οικονομικούς και πολιτικούς όρους. Οι διαφορές τους αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερης ανάλυσης πέρα από τα όρια αυτού του σημειώματος.

Η λογική της ισοπέδωσης ουσιαστικά κρύβει τα αρνητικά προβλήματα των υπόλοιπων εκδοχών. Έτσι αυτοί που επιδιώκουν να τοποθετήσουν επώδυνες και ακραίες αντιλαϊκές λύσεις, θα το κάνουν πολύ πιο εύκολα, αφού ο κοινωνικός διάλογος θα πολωθεί για άλλη μία φορά μεταξύ νύχτας και μέρας.

Με την ισοπεδωτική λογική για τις τέσσερις εκδοχές υπονοείται  ότι υπάρχει και μία πέμπτη εκδοχή που δε θα περιλαμβάνει καμία μορφής επίβλεψη και σχέση με τις Ευρωπαϊκές αρχές. Επειδή όμως πάλι όλοι καταλαβαίνουμε ότι κανονιστικά μία από τις τέσσερις εκδοχές θα ακολουθηθεί και καμία πέμπτη δε θα εφευρεθεί, θα χάσουμε πάλι την ουσία των πραγμάτων, δηλαδή την ανάλυση του κόστους και του οφέλους του περιεχομένου των πραγματικών εκδοχών εξέλιξης συζητώντας για την χιμαιρική πέμπτη εκδοχή.

Εκτιμούμε ότι, εάν δεν υπάρξει εγρήγορση θα είναι εύκολο να επικρατήσει ο όρος «Μνημόνιο» για τις νέες εκδοχές της σχέσης με τους διεθνείς εταίρους. Έτσι τα επόμενα χρόνια θα επιχειρηθεί να διατηρηθεί μία ανιστορική διαχωριστική γραμμή (εάν βεβαίως δεν αποφασιστεί τελικά ένα Νέο Μνημόνιο) που θα διακρίνει τις πολιτικές σε μνημονιακές και αντιμνημονιακές.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα από τη ρητορική αυτή είναι ότι αυτοί που υποστηρίζουν την ισοπεδωτική εξίσωση των χαρακτηρισμών, δεν αντιλαμβάνονται ότι έτσι ανοίγουν την πόρτα σ’ αυτούς που θέλουν να επιβάλλουν ένα Γ’ Μνημόνιο. Βεβαίως είναι πιθανόν να είναι και αυτός ένας κρυφός πόθος απλοποίησης της πολιτικής ζωής και αναγέννησης της δόξας των αντιμνημονιακών ανακλαστικών.

Όμως ένα Γ’ Μνημόνιο θα είναι πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά μία πολύ σημαντική οπισθοδρόμηση.

Π.Ε. Πετράκης
Καθηγητής ΕΚΠΑ
In Deep Analysis

in.gr