Στα τέλη του 2008, μία κρίση που αρχικά αφορούσε αποκλειστικά την αμερικανική αγορά κατοικίας, μετεξελίχθηκε σε παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση όταν αφέθηκε να πτωχεύσει ο επενδυτικός κολοσσός της Lehman Brothers. Η Lehman Brothers μπορούσε να διασωθεί, αλλά αφέθηκε να καταρρεύσει με σκοπό να αποφευχθεί το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου (moral hazard): οι μέτοχοι να συμμετέχουν στην κερδοφορία των τραπεζικών ιδρυμάτων την περίοδο των «παχιών αγελάδων», ενώ οι φορολογούμενοι να αναλαμβάνουν το κόστος διάσωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο. Βεβαίως οι ΗΠΑ ως κράτος διέσωσαν άλλες τράπεζες και επιχειρήσεις. Έτσι το τελικό μήνυμα σε όρους μαθημάτων ηθικού κινδύνου από τις ΗΠΑ είναι μικτό.

Για να μην επαναληφθεί στο μέλλον μία παρόμοιου μεγέθους κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά και να αποφευχθεί η μετάδοση τραπεζικών κρίσεων του χρηματοπιστωτικού συστήματος προς την «πραγματική οικονομία», προτάθηκαν μία σειρά μέτρων προς δύο –κυρίως– κατευθύνσεις: Από τη μία, η νέα αναθεώρηση της συνθήκης της Βασιλείας (Βασιλεία ΙΙΙ) εισήγαγε νέους δείκτες στην τραπεζική εποπτεία χωρίς να μεταβάλλει το μοντέλο τραπεζικής λειτουργίας. Από την άλλη αναζωπυρώθηκε η συζήτηση σχετικά με τους περιορισμούς που θα πρέπει να τεθούν στη διαχείριση ενεργητικού εκ μέρους, των μεγάλων (τουλάχιστον), τραπεζικών ομίλων.

Η τρίτη συνθήκη της Βασιλείας, βασίζεται στον τρόπο προσέγγισης των δύο προηγούμενων (Βασιλεία Ι, 1988 και Βασιλεία ΙΙ, 1999, που βασίζονται κατά κύριο λόγο στον δείκτη κεφαλαίου προς το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ενεργητικό, βλέπε Διάγραμμα 1), προβλέποντας –όμως– υψηλότερα ελάχιστα όρια στην κεφαλαιακή επάρκεια των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και αυστηρότερα κριτήρια σχετικά με το είδος του στοιχείων παθητικού που απαρτίζουν το τραπεζικό κεφάλαιο (αυτά, δηλαδή, που μπορούν να απορροφήσουν ζημιές χωρίς να οδηγήσουν την τράπεζα σε πτώχευση). Παράλληλα, με την συνθήκη αυτή, εισάγονται (για πρώτη φορά) δείκτες ρευστότητας που καταγράφουν εάν οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν σε ένα «πάγωμα» της διατραπεζικής αγοράς, όπως αυτό που παρατηρήθηκε στα τέλη του 2008.

Διάγραμμα 1: Κεφάλαιο (σύμφωνα με τους ορισμούς των εποπτικών αρχών) ως του (σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο, risk weighted) ενεργητικού των τραπεζικών ιδρυμάτων σε επιλεγμένες ανεπτυγμένες οικονομίες (στοιχεία 2011).

Πηγή: World Bank, Global Financial Development Report.

 

Εναλλακτικά (ή συμπληρωματικά) με τις προβλέψεις της συνθήκης της Βασιλείας, προτάθηκε η απαγόρευση λήψης και διακράτησης εκ μέρους των τραπεζικών ιδρυμάτων κερδοσκοπικών θέσεων, ως το μοναδικό αποτελεσματικό μέτρο για την αποφυγή μιας νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Έτσι, στο νόμο των Dodd-Frank, στις ΗΠΑ προστέθηκαν διατάξεις που απαγορεύουν σε εμπορικές τράπεζες οι οποίες δέχονται καταθέσεις, να προχωρούν σε χρηματιστηριακού τύπου επενδύσεις για ίδιο λογαριασμό (proprietary trading). Καθώς μεταξύ των πρώτων που πρότειναν την απαγόρευση αυτή βρισκόταν και ο πρώην πρόεδρος της FED, P. Volcker, η συγκεκριμένη πρόταση απαγόρευσης των κερδοσκοπικών κινήσεων εκ μέρους των τραπεζών έγινε ευρύτερα γνωστή ως κανόνας του Volcker (Volcker’s rule).

Στην πράξη, το ενδεχόμενο αυτό ισοδυναμεί με επαναθεσμοθέτηση του διαχωρισμού επενδυτικών και εμπορικών τραπεζικών εργασιών, που στις ΗΠΑ είχε εισαχθεί κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης (Glass-Steagall act) και είχε αρθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Παρόλα αυτά προβλέπονται ορισμένες εξαιρέσεις που συνάδουν με τις τεχνολογικές και θεσμικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών (π.χ. επιτρέπονται οι ενέργειες των τραπεζών που γίνονται με σκοπό την ενίσχυση της ρευστότητας της χρηματιστηριακής αγοράς, market-making). Στις ΗΠΑ η υιοθέτηση της σχετικής νομοθεσίας αποτελεί ήδη γεγονός, απομένει μόνο να αποδειχθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων στην πράξη και η δυνατότητα, ή μη, των τραπεζών να παρακάμψουν τους περιορισμούς που θέτουν οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές.

Την ίδια στιγμή στην Ευρώπη, η υιοθέτηση παρόμοιων ρυθμίσεων σε κοινοτικό επίπεδο αποτελεί ιδιαίτερα περίπλοκη και χρονοβόρα υπόθεση, καθώς προϋποθέτει συμβιβασμούς μεταξύ κοινοτικών οργάνων, εθνικών εποπτικών αρχών, εκπροσώπων του τραπεζικού τομέα, κλπ. Η υιοθέτηση μιας παρόμοιας απαγόρευσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα ερχόταν σε αντίθεση με τη Γερμανική και Γαλλική παράδοση γενικής τραπεζικής (όπου τα ίδια τραπεζικά ιδρύματα δραστηριοποιούνται τόσο στην εμπορική-καταναλωτική πίστη, όσο και στην παροχή υπηρεσιών επενδυτικής τραπεζικής), αλλά και με την Βρετανική προσπάθεια διατήρησης του City ως παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού κέντρου.

Άλλωστε, ο ρόλος των τραπεζών στην χρηματοδότηση της παραγωγικής διαδικασίας δεν είναι ίδιος σε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες του κόσμου. Από τη μία σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία (και, ίσως σε παρόμοιο βαθμό και στη Γαλλία), η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα στηρίζεται παραδοσιακά στην τραπεζική διαμεσολάβηση, ενώ στις αγγλοσαξονικές χώρες η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στο «αόρατο χέρι» της κεφαλαιαγοράς. Είναι ενδεικτικό το μέγεθος των τραπεζικών δανειακών χαρτοφυλακίων προς τον ιδιωτικό τομέα και η κεφαλαιοποίηση των χρηματαγορών ορισμένων από τις χώρες που παρατίθενται στο Διάγραμμα 2, παρακάτω (θα πρέπει να σημειωθεί πως οι επιδόσεις της Μ. Βρετανίας οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στο ρόλο του Λονδρέζικου City ως παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κέντρο, όπου συνάπτονται δάνεια, και εκδίδονται χρεόγραφα επιχειρήσεων τρίτων χωρών).

Διάγραμμα 2: Τραπεζική χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα και κεφαλαιοποίηση του χρηματιστηρίου επιλεγμένων ανεπτυγμένων οικονομιών ως ποσοστό του ΑΕΠ (στοιχεία 2011).

Πηγή: World Bank, Global Financial Development Report.

 

Η διεύθυνση εσωτερικής αγοράς της Επιτροπής (M. Barnier) πρωτοστατεί σε μία προσπάθεια συμβιβασμού μεταξύ των διαφορετικών απόψεων και πιέσεων, με αποτέλεσμα να παραμένουν πολλές πλευρές ανικανοποίητες. Δεδομένης της σημασίας των υπό σχεδίαση περιορισμών για την τραπεζική κερδοφορία, αλλά για τη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας, δεν είναι τυχαίο πως τόσο η Μ. Βρετανία (Vicker’s report), όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Liikanen report), εξετάζουν την υιοθέτηση ενός διαφορετικού, λιγότερο αυστηρού μοντέλου, το οποίο δεν θα απαγορεύει απόλυτα την συνύπαρξη εργασιών λιανικής και επενδυτικής τραπεζικής.

Το καθεστώς που φαίνεται να προτείνεται θα απαιτεί τον διαχωρισμό σε διαφορετικές τραπεζικές επιχειρήσεις του ίδιου χρηματοπιστωτικού ομίλου (π.χ. μία επενδυτική τράπεζα και μία τράπεζα λιανικής-εμπορικής τραπεζικής εντός του ίδιου ομίλου), υιοθετώντας αυστηρούς περιορισμούς στις μεταξύ τους συναλλαγές. Οι περιορισμοί αυτοί κρίνονται αναγκαίοι για την προστασία των καταθέσεων στη θυγατρική λιανικής τραπεζικής από κινδύνους που αναλαμβάνει η θυγατρική επενδυτική τράπεζα. Για το λόγο αυτό οποιεσδήποτε χρηματοοικονομικές συναλλαγές μεταξύ των χρηματοπιστωτικών εταιρειών του ίδιου ομίλου θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε όρους αγοράς (arm’s length).

Σε κάθε περίπτωση, απομένει να προσδιοριστεί εάν η νέα κοινοτική νομοθεσία θα αφορά μόνο τις παγκοσμίως συστημικές τράπεζες (Global Systemically Important Banks, G-SIBs, περίπου 30 από αυτές εδρεύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση) ή εάν θα συμπεριλάβει στους σχετικούς περιορισμούς το σύνολο των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών οργανισμών για τις οποίες θα προβλέπονται οι διατάξεις της Τραπεζικής Ενοποίησης.

Εάν το σχέδιο επιτύχει το σκοπό του (γεγονός το οποίο προϋποθέτει πως οι εποπτικές αρχές θα ασκήσουν επιτυχώς το έργο τους), οι θυγατρικές λιανικής τραπεζικής (οι οποίες και θα βρίσκονται υπό ενιαία ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία) απομονώνονται από επικίνδυνες επενδυτικές δραστηριότητες. Με τον τρόπο αυτό ο κίνδυνος από αποτυχημένες επενδύσεις δεν μεταφέρονται στο σκέλος λιανικής τραπεζικής. Συνεπώς, ένα παρόμοιο καθεστώς θα βοηθούσε στην ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ενοποίησης, δηλαδή σε ευκολότερη (λιγότερο δαπανηρή) εγγύηση καταθέσεων, μικρότερη πιθανότητα bail-in καταθετών και, ακόμα λιγότερο πιθανή χρήση κεφαλαίων εκ μέρους των ευρωπαίων φορολογούμενων.

Π.Ε. Πετράκης

Κ. Στρατής,
In Deep Analysis

in.gr