Η οικονομική κρίση διαφοροποιείται από κάθε προηγούμενη ως προς το βάθος και
την έκτασή της. Ο συνδυασμός αυτών των στοιχείων είχε σημαντικές επιπτώσεις
στον τρόπο κατανομής του εισοδήματος και του πλούτου μέσα στην κοινωνία.

 Στο Διάγραμμα 1 αποτυπώνεται η εξέλιξη της οικονομικής ανισότητας στην Ελλάδα
όπως αυτή εκφράζεται από το δείκτη κατανομής εισοδήματος σε πεντημόρια (S80/S20)
και το δείκτη άνισης κατανομής εισοδήματος (συντελεστής Gini). Ο δείκτης κατανομής
εισοδήματος σε πεντημόρια (S80/S20) ανήλθε για το 2012 με περίοδο αναφοράς εισοδήματος
το 2011 στο 6,6, δηλαδή το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του
πληθυσμού ήταν 6,6 φορές υψηλότερο από το μερίδιο του φτωχότερου 20% του πληθυσμού.
Παρατηρούμε ότι σε σχέση με το 2008, έτος όπου ξέσπασε η κρίση, η ανισότητα
έχει αυξηθεί σημαντικά.

 Συμπληρωματικά με το δείκτη κατανομής εισοδήματος σε πεντημόρια, στο Διάγραμμα
1 αποτυπώνεται και ο συντελεστής Gini που μετράει ανισότητες στην κατανομή του
εισοδήματος. Ο συντελεστής Gini κυμάνθηκε το 2012 στο 34,3%, δηλαδή η διαφορά
στα εισοδήματα δύο τυχαίων ατόμων του πληθυσμού διαφέρουν κατά 34,3% του μέσου
εισοδήματος. Όπως παρατηρούμε και οι δύο δείκτες καταγράφουν την ίδια πορεία
επιβεβαιώνοντας τη διεύρυνσης της εισοδηματικής ανισοκατανομής στην Ελλάδα μετά
την κρίση.

Διάγραμμα 1. Η Οικονομική Ανισότητα στην Ελλάδα

Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ [pdf].

Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα μετά την Ισπανία εμφανίζει
τον υψηλότερο βαθμό εισοδηματικής ανισότητας (Διάγραμμα 2). Είναι χαρακτηριστικό
ότι οι χώρες της περιφέρειας οι οποίες δέχτηκαν και το μεγαλύτερο πλήγμα από
τη μεγάλη ύφεση παρουσιάζουν τα υψηλότερα επίπεδα ανισοκατανομής, σε αντίθεση
με τις χώρες του κέντρου οι οποίες παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα.

Διάγραμμα 2. Η Οικονομική Ανισότητα στις χώρες της Ευρώπης (2012)

Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ [pdf].

Υπάρχουν τέσσερεις χώροι αλληλεπίδρασης της μεγάλης ύφεσης με την ανισότητα
σε παγκόσμιο επίπεδο:

1. Ο πρώτος αφορά στο κατά πόσο η προ κρίσης
επικρατούσα ανισότητα αποτέλεσε αρχικό αίτιο της έλευσης της μεγάλης ύφεσης
κυρίως σε παγκόσμιο επίπεδο.

2. Ο δεύτερος αφορά στο κατά πόσο η μεγάλη ύφεση
διεύρυνε τις εισοδηματικές διαφορές στις κοινωνίες που επλήγησαν.

3. Ο τρίτος αφορά στο κατά πόσο οι προκαλούμενες
διαφορές εμποδίζουν την έξοδο από την κρίση.

4. Ο τέταρτος αφορά στις επιδράσεις των εισοδηματικών
ανισοτήτων στην κατανομή του πλούτου.

 Το ζήτημα του κατά πόσο η προϋπάρχουσα ανισότητα προκάλεσε τουλάχιστον σ’
ένα βαθμό τη μεγάλη ύφεση και το κατά πόσο η προκαλούμενη ανισότητα εμποδίζει
την επανεκκίνηση των οικονομιών, έχει βασικό κοινό σημείο θεωρητικού προβληματισμού.
Αφορά στο κατά πόσο αυτοί που ευνοούνται από την ύφεση, αυξάνοντας τη συγκέντρωση
πλούτου και εισοδήματος, διαταράσσουν την ισορροπία αποταμίευσης / κατανάλωσης
υπέρ της πρώτης και έτσι ή προκαλούν ή διατηρούν την ύφεση.

Οι μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος καταναλωτές έχουν πολύ μεγαλύτερη οριακή
τάση προς κατανάλωση από τους πλουσίους και πολύ πλουσίους. Έτσι σε μια ύφεση
όπου η έξοδος από αυτήν απαιτεί την ενίσχυση της κατανάλωσης και του εισοδήματος,
η συγκέντρωση εισοδήματος κινείται προς την κατεύθυνση των άκρων της εισοδηματικής
κατανομής όπου μειώνεται η οριακή κατανάλωση. Τότε προφανώς μεγεθύνεται η ύφεση.

Παράλληλα οι χαμηλές αποταμιεύσεις δημιουργούν μια χρηματοοικονομικά μη βιώσιμη
εξέλιξη περιορίζοντας τη ρευστότητα στην αγορά. Στη διάρκεια της μεγάλης ύφεσης
η κατανάλωση των χαμηλότερων ομάδων εισοδηματικού πληθυσμού, υπό την πίεση των
αυστηρότερων περιορισμών στο δανεισμό, έπεσε απότομα και η ανισότητα αυξήθηκε
περαιτέρω.

Στο σημείο αυτό θεωρητικά, εδράζει και η αριστερά την ανακαμψιακή προσδοκία
της, με ένα μεγάλο μέρος των προσδοκιών της να πηγάζει από την ανακατανομή του
εισοδήματος. 

 Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ΗΠΑ. Φαίνεται ότι στις ΗΠΑ την περίοδο
της ευημερίας 1947-1980 το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού διακρατούσε το 10% του
συνολικού εισοδήματος και το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού το 35%. Μετά το Μεγάλη
Ύφεση το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού διακρατούσε το 25% και το πλουσιότερο
10% το 50% του εισοδήματος. Η μεσαία τάξη ήταν αυτή που κλήθηκε να στηρίξει
την ανάκαμψη της κατανάλωσης.

 Συμπερασματικά μια τέτοια έκτασης ανακατανομή του πλούτου και του εισοδήματος
επιδρά περαιτέρω στη μείωση της τάσης της κατανάλωσης και επιβαρύνει τις συνθήκες
εξόδου από την κρίση. Επιπροσθέτως επιδρά στη κοινωνική κινητικότητα, στη διαμόρφωση
του κοινωνικού κεφαλαίου και στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. Οι συνθήκες
αυτές προλέγουν μία ακόμη μεγαλύτερη ανισοκατανομή του εισοδήματος και του πλούτου
στο άμεσο μέλλον (!)

 Μήπως στη διόγκωση της ανισοκατανομής του εισοδήματος και του πλούτου στη
χώρα μας θα πρέπει να αποδώσουμε ένα σημαντικό μέρος της δυσκολίας εξόδου από
την κρίση;

Π.Ε. Πετράκης
Καθηγητής ΕΚΠΑ

με τη συνεργασία του Δ. Βαλσαμή
In Deep Analysis

Καθ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης