Η μακροοικονομική προσαρμογή που επιχειρούν πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες επιφυλάσσει
έναν κεντρικό ρόλο στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας, άρα και στην πραγματική
συναλλαγματική ισοτιμία, η υποτίμηση της οποίας μπορεί να προκύψει και από τη
μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας (ΜΚΕ).

Η πτώση του ΜΚΕ, όμως, σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να οφείλεται σε μεταβολές
στη διάρθρωση της οικονομίας. Έτσι, η συρρίκνωση ενός τομέα, στον οποίο η παραγωγικότητα
και οι μισθοί είναι σε χαμηλά επίπεδα, είναι δυνατό να οδηγήσει σε αύξηση της
συνολικής μέσης παραγωγικότητας της εργασίας και των μέσων μισθών, με τρόπο
τέτοιο ώστε το ΜΚΕ να μειώνεται, ακόμα κι αν δεν υπάρχει μεταβολή της παραγωγικότητας
ή του μισθού σε κάποιο μεμονωμένο τομέα. Επομένως, οι επιπτώσεις των μεταβολών
στη σύνθεση της οικονομίας ενδέχεται να κάνουν ανακριβή την εκτίμηση αναφορικά
με την πραγματική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και, κατ’ επέκταση, την επιτυχία
της προσαρμογής.

Ο Darvas (2012) δημοσίευσε μια μελέτη, στην οποία αξιολογείται η σημασία των
αλλαγών στη σύνθεση της οικονομίας (compositional effect) για τις συνιστώσες
της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας για 24 ευρωπαϊκές χώρες/στην οποία
αξιολογείται η σημασία που έχουν οι αλλαγές στη σύνθεση της οικονομίας (compositional
effect) για τις συνιστώσες….. Για την ανάλυσή του λαμβάνει υπόψη 11 βασικούς
τομείς της οικονομίας καθώς και 13 επιμέρους τομείς του μεταποιητικού τομέα.
Για την ποσοτικοποίηση της επίπτωσης των μεταβολών στη σύνθεση της οικονομίας
συγκρίνει τα πραγματικά μεγέθη με υπολογισμένα σταθερής στάθμισης μεγέθη (Πίνακας
1).

Από τη σύγκριση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας για το σύνολο της
οικονομίας, όπως αυτήν που εξάγει η Eurostat (δηλαδή της πρώτης στήλης του Πίνακα
1), με την πραγματική ισοτιμία για τον επιχειρηματικό τομέα [1] που χρησιμοποιεί σταθερή στάθμιση
(δηλαδή της 3ης στήλης του πίνακα) φαίνεται ότι η Ουγγαρία, η Ρουμανία, η Εσθονία,
το Ην. Βασίλειο και η Ελλάδα εμφανίζουν αξιοσημείωτη διαφορά μεταξύ των δύο
δεικτών (μεταξύ 6 και 10 ποσοστιαίων μονάδων). Αυτό σημαίνει, πολύ απλά, ότι
ο δείκτης της συνολικής οικονομίας υπερεκτιμά τη βελτίωση στην ανταγωνιστικότητα
που έχουν επιτύχει οι εν λόγω χώρες. Διότι σημασία έχει τι κάνει ο επιχειρηματικός
τομέας.

Πίνακας 1. Επίπτωση των μεταβολών στη σύνθεση της οικονομίας στην πραγματική
συναλλαγματική ισοτιμία

 

Πραγματική Συναλλαγματική
Ισοτιμία (βασιζόμενη στο ULC)

Χώρα

Σύνολο οικονομίας

Επιχειρηματικός τομέας

 

Πραγματικά
μεγέθη
(1)

Πραγματικά
μεγέθη
(2)

Σταθερής
στάθμισης
μεγέθη (3)

Αυστρία

2,9

-0,1

0,1

Βέλγιο

2,0

-0,4

-0,9

Βουλγαρία

12,3

13,6

14,6

Τσεχία

-7,6

-7,9

-4,5

Δανία

-1,7

-4,1

-2,3

Εσθονία

-7,4

-2,3

-0,4

Φινλανδία

2,0

2,3

-0,2

Γαλλία

0,0

0,1

-1,2

Γερμανία

0,5

0,1

0,4

Ελλάδα

-7,0

0,1

-0,7

Ουγγαρία

-18,3

-13,6

-8,3

Ιρλανδία

-12,9

-18,0

-14,0

Ιταλία

-1,3

-1,5

-1,6

Λετονία

-15,9

-11,5

-11,4

Λιθουανία

-9,2

-9,8

-11,9

Ολλανδία

-1,5

-2,4

-2,8

Πολωνία

-16,9

-18,0

-17,2

Πορτογαλία

-1,5

-0,3

-1,9

Ρουμανία

-14,7

-8,3

-7,3

Σλοβακία

6,6

4,2

6,2

Σλοβενία

2,8

1,3

0,4

Ισπανία

11,5

-10,5

-11,0

Σουηδία

-2,1

-3,2

-4,2

Ην. Βασίλειο

-9,8

-5,6

-3,0

Στη συνέχεια μετράται η επιτυχία κάθε μιας από τις 24 χώρες όσον αφορά τους
στόχους της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται
τα βασικά στοιχεία που διαμορφώνουν την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία:
το προϊόν, η απασχόληση, τα εξαγωγικά μερίδια, η παραγωγικότητα και η εξέλιξη
των μισθών σε σύνδεση με την απασχόληση και τις ώρες εργασίας. Η κάθε χώρα,
για κάθε έναν από τους πέντε δείκτες, βαθμολογείται, πρώτον, σύμφωνα με τη σταθερότητα
που επέδειξε ο δείκτης από το 2008 και μετά (μικρότερη πτώση είναι προτιμότερη)
και, δεύτερον, σύμφωνα με την αύξησή που σημείωσε το ίδιο διάστημα (μεγαλύτερη
αύξηση είναι προτιμότερη).

Τα αποτελέσματα συνοψίζονται στον Πίνακα 2. Οι χώρες που κατακτούν τις πρώτες
θέσεις είναι η Πολωνία, το Βέλγιο, η Γερμανία, η Αυστρία και η Γαλλία. Οι χώρες
που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πρόκληση, όσον αφορά την προσαρμογή που πρέπει
να επιτύχουν, είναι η Πορτογαλία και η Ιρλανδία (10η και 12η θέση αντίστοιχα),
η Ιταλία και η Ισπανία (13η και 15η), ενώ η Ελλάδα εμφανίζει το χειρότερο συνολικό
σκορ. Ωστόσο, η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία κατέχουν υψηλές θέσεις
στο δείκτη των εξαγωγικών μεριδίων, σε αντίθεση με την Ελλάδα που κατακτά την
προτελευταία θέση. Αξιοσημείωτο είναι, τέλος, το γεγονός ότι η Φινλανδία, μια
χώρα που θεωρείται ότι έχει εύρωστα μεγέθη, στη συνολική επίδοσή της βρίσκεται
μία μόλις θέση πάνω από την Ελλάδα. 

Πίνακας 2. Κατάταξη των χωρών με βάση τη σταθερότητα και την εξέλιξη
των 5 δεικτών

 

Θέση

Χώρα

Προϊόν

Παραγω- γικότητα

Απασχό- ληση

Εξαγωγικά μερίδια

Απασχό- ληση / μισθός* χρόνος
εργασίας

Συνολικό σκορ

1

Πολωνία

100

89

100

86

71

89

2

Βέλγιο

67

67

88

66

93

76

3

Γερμανία

59

49

93

78

97

75

4

Αυστρία

71

66

92

52

94

75

5

Γαλλία

68

69

78

66

84

73

6

Τσεχία

61

58

72

68

98

72

7

Ολλανδία

62

61

72

76

85

71

8

Σουηδία

62

46

78

65

90

68

9

Σλοβακία

70

52

73

55

87

68

10

Πορτογαλία

67

72

47

72

66

65

11

Λιθουανία

39

47

35

98

100

64

12

Ιρλανδία

72

81

12

79

75

64

13

Ιταλία

52

54

74

44

89

63

14

Ην. Βασίλειο

50

49

64

74

68

61

15

Ισπανία

61

82

21

77

56

60

16

Ρουμανία

60

75

32

90

38

59

17

Βουλγαρία

81

91

27

91

0

58

18

Ουγγαρία

46

3

75

68

94

57

19

Δανία

48

46

39

65

65

52

20

Σλοβενία

47

43

50

46

68

51

21

Λετονία

19

55

3

80

89

49

22

Εσθονία

13

8

30

88

87

45

23

Φινλανδία

38

35

58

0

66

39

24

Ελλάδα

14

39

21

18

75

33

Πηγή: Darvas (2012)

Σημείωση: Ως βέλτιστη επίδοση θεωρείται το 100 και ως χείριστη το 0.

 Το συμπέρασμα είναι ότι η πολιτική που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα αλλά και στις
άλλες χώρες που έχουν ενταχθεί σε προγράμματα και στηρίχθηκε στη μείωση του
εργατικού κόστους είναι ουσιαστικά αμφίβολης αποτελεσματικότητας (και όχι μόνο
για την Ελλάδα). Μπορεί να έχει προκαλέσει βελτίωση της ανταγωνιστικότητας όπως
μετράται με το ΜΚΕ, αλλά σε κρίσιμους άλλους τομείς της οικονομίας έχει προκαλέσει
αρνητικότατες επιπτώσεις.

Βιβλιογραφία

Darvas, Z. (2012) Compositional effects on productivity, labour cost and export
adjustment, Bruegel Policy Contribution 2011/11, June. 

[1] Ο δείκτης αυτός προτιμάται, διότι δεν περιλαμβάνει
τον αγροτικό, τον κατασκευαστικό και τον τομέα των ακινήτων.

Π.Ε. Πετράκης
Καθηγητής ΕΚΠΑ

με τη συνεργασία της Ν. Δανιηλοπούλου

Καθ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης