Η τρικομματική κυβέρνηση παίρνει πολιτικές πρωτοβουλίες για την επαναδιαπραγμάτευση
του Μνημονίου με τους Ευρωπαίους εταίρους μας.

Στις τρεις προηγούμενες αναρτήσεις αναπτύξαμε μία απλή συλλογιστική για τη
διαμόρφωση μίας πορείας οικονομικής εξέλιξης για τη χώρα μέχρι το 2018, βασιζόμενοι
στο τρίπτυχο: δημοσιονομική προσαρμογή – ανάπτυξη – αναδιανομή.

Ουσιαστικά προτείναμε στην αντιπολίτευση να απαλλαγεί από την Ουτοπία της
Πτώχευσης
, στη συμπολίτευση από την Ουτοπία της
Έξωθεν Λύτρωσης
και να χαραχθεί μία στρατηγική Εξόδου
προς την ανάπτυξη, που θα έχει ως κεντρικό στόχο την ανάπτυξη με ανάκτηση
ενός σημαντικού μέρους των απωλειών που υποστήκαμε την τελευταία τριετία. Αυτός
πρέπει να είναι ο νέος στόχος της επόμενης πενταετίας.

Κύρια χαρακτηριστικά της πρότασής μας είναι η λήξη της σχέσης με την Τρόικα
το 2014 (οπότε και τελειώνει το πρόγραμμα) και η κάθοδος της σχέσης χρέους προς
ΑΕΠ κάτω από το 120% πριν το 2020.

Η στρατηγική αυτή λαμβάνει υπόψη της μία σειρά από πραγματικές διαπιστώσεις:

α) Η επικοινωνία της ελληνικής πλευράς με τους εκπροσώπους της Τρόικα είναι
πολύ φτωχή και πολύ λίγο αποτελεσματική. Είναι εντυπωσιακή η διαφορά που υπάρχει
στην εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής και τις συνθήκες χρηματοδότησης (conditionality)
στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Πορτογαλία και την Ιρλανδία. Εάν μελετήσει κάποιος
τις οδηγίες εφαρμογής παρόμοιων προγραμμάτων που το IMF έχει ενσωματώσει ως
πάγια πρακτική στη λειτουργία του, θα διαπιστώσει πως έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό
ότι πρόκειται για προγράμματα «ιδιοκτησίας» της χώρας όπου εφαρμόζονται. Αυτό
ακολουθήθηκε στα άλλα δύο κράτη αλλά όχι και στην Ελλάδα. (Πάντως το ότι δεν
ακολουθήθηκε δεν οφείλεται μόνο στον εξωτερικό παράγοντα.) Εξάλλου, η συζήτηση
εφαρμογής παρόμοιων προγραμμάτων στην Ισπανία και την Ιταλία (εάν ποτέ εφαρμοστεί
στην Ιταλία!) δείχνει ότι τελικά πάρα πολύ εύκολα εφαρμόστηκε στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως
του πόσο διαφορετικές είναι οι συνθήκες στην Ελλάδα και σε όλες τις άλλες χώρες
(Πορτογαλία, Ιρλανδία και Ισπανία, Ιταλία).

β) Τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ελληνικού προγράμματος είναι
η συρρίκνωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας,
μέσω όμως της μείωσης του εργατικού κόστους. Αυτά, προφανώς, δεν οφείλονται
στην τεχνοκρατική δεινότητα των Τροϊκανών, αλλά στο κόστος του πολιτικού συστήματος
και στον απίστευτο κοινωνικό πόνο. Αντίθετα, στους Τροϊκανούς οφείλεται ένας
τραγικός χρονικός σχεδιασμός (πολύ λίγος χρόνος εφαρμογής χωρίς προτεραιότητες)
και η προσθήκη απίστευτων «αναπτυξιακών» λεπτομερειών που συνιστούν τις «200
καθυστερήσεις» του προγράμματος που μόνο θόρυβο, σύγχυση και δουλειά σε συμβούλους
δημιουργούν. Με άλλα λόγια, το ότι επιλέξαμε να μην πτωχεύσουμε ήταν πολύ σωστό.
Το πώς το κάναμε αυτό (εμείς και η Τρόικα) ήταν λάθος.

γ) Για πρώτη φορά, ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών εκπροσώπων
μας (από τη συμπολίτευση και την αντιπολίτευση – όχι όλη, βέβαια) δείχνει σοβαρά
δείγματα πολιτικής ενηλικίωσης. Λες και βάλθηκαν να εξιλεωθούν για την «πολιτική»
δημοσιονομικής ελευθεριότητας των δύο προηγούμενων δεκαετιών. Άρα, η ανάγκη
τους να επικαλούνται την έξωθεν πίεση για να κάνουμε πράγματα στο εσωτερικό
(πρόκειται για την πρακτική που καθόρισε σε όλες τις λεπτομέρειες τη διετία
2010-2011) έχει μειωθεί. Κατ’ επέκταση, μπορούμε να αποδεχτούμε ότι σ’ ένα σημαντικό
βαθμό η οικονομική πολιτική είναι δυνατό να επανέλθει στο υπουργείο Οικονομικών
και στο Μαξίμου.

δ) Η «ενήλικη» οικονομική πολιτική που πρέπει να ασκηθεί από
εδώ και πέρα, και για πάντα, δεν μπορεί να ασκείται υπό τη σκεπή των Τροϊκανών
παρά μόνο υπό τη σκεπή της Ευρωζώνης.

ε) Το αίσθημα του εθνικού προπηλακισμού, που πολιτικός φορέας
του ήταν και είναι οι άνθρωποι που θεωρούν αυτόν τον τόπο λάφυρο και όχι πατρίδα,
θα πρέπει να αρχίσει να δίνει τη θέση του στην υπερηφάνεια για το τι έχουμε
πετύχει μέχρι σήμερα μέσα σ’ αυτήν την «πολεμική» λαίλαπα των δύο τελευταίων
ετών με τα πάρα πολλά θύματα.

Π.Ε. Πετράκης

Καθηγητής ΕΚΠΑ

Καθ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης