Υπάρχει θέμα επαναδιαπραγμάτευσης του πακέτου βοήθειας για την Ελλάδα; Θεωρητικά,
πάντοτε υπάρχει δυνατότητα, αφού πρόκειται για ένα κυλιόμενο πρόγραμμα. Ωστόσο,
το ερώτημα δεν αφορά την τυπική δυνατότητα μεταβολής του προγράμματος – αφορά
την ουσιαστική. Έχουμε παλαιότερα σημειώσει ότι μπορούμε να ελπίζουμε σε μια
παρόμοια εξέλιξη, εάν συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις: α) ρευστότητα (δηλαδή,
να είμαστε κοντά σε πρωτογενή πλεονάσματα), β) ισχυρή πολιτική συναίνεση, γ)
ευρωπαϊκός προσανατολισμός.

Βεβαίως, για να συνεχίσουμε να σκεπτόμαστε για το θέμα αυτό (δηλαδή, για το
μέλλον μας), θα πρέπει να απομακρυνθούμε από τη θέση που λέει ότι και να απαιτήσουμε
δεν πρόκειται να μας διώξουν από την ΕΕ. Ο συλλογισμός αυτός έχει νόημα, όπως
και η πολιτική που απορρέει από αυτόν, εάν υπάρχουν μόνο δύο ενδεχόμενα: να
μείνουμε στην ΕΕ ή να φύγουμε. Εάν υπάρχουν περισσότερα (και υπάρχουν αρκετά,
όπως διάφορες ειδικές σχέσεις κ.τ.λ.), τότε ο διλημματικός αυτός συλλογισμός
καταρρέει και δεν μπορεί να παράξει προτάσεις πολιτικής. Ας δεχτούμε, λοιπόν,
ότι και οι δύο πλευρές, έστω και με ορισμένα όρια, είναι καταδικασμένες να ζήσουν
μαζί. Επίσης, το σημείωμα αυτό δεν λαμβάνει υπόψη του την πιθανότητα συμφωνίας
σ’ ένα πρόγραμμα συμπληρωματικών μέτρων μεγέθυνσης (κυρίως με τη μορφή χρηματοδότησης
ομοσπονδιακών έργων υποδομής), όχι διότι δεν μπορεί να είναι μέρος ενός διαπραγματευτικού
πακέτου (το αντίθετο μάλιστα), αλλά επειδή απαιτεί ιδιαίτερη επεξεργασία και
έχει πολλές περισσότερες διεθνείς παραμέτρους.

Για τον χρόνο που θα τεθεί το ζήτημα της επαναδιαπραγμάτευσης στους Ευρωπαίους
αναφερθήκαμε στο προηγούμενο σημείωμα. Σε αυτό, θα μιλήσουμε για την κατεύθυνση
και την ποιότητα που μπορεί να έχει μία τέτοια εξέλιξη.

Η διάσωση της Ελλάδας έχει να κάνει με έξι θέματα και όχι με ένα (το δημόσιο
χρέος), όπως πολλοί πιστεύουν:

α) Το ζήτημα του δημόσιου χρέους

β) Το ζήτημα της στήριξης του ισοζυγίου πληρωμών

γ) Το ζήτημα της επανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών

δ) Την ποιότητα των σχέσεων επικοινωνίας με τους συνεταίρους
μας (που επλήγη κυρίως από την κακή δημοσιοοικονομική διαχείριση και τα πλασματικά
οικονομικά στοιχεία)

ε) Το ζήτημα των διαρθρωτικών αλλαγών, δηλαδή του Business Model της οικονομίας

στ) Τον ηθικό κίνδυνο, δηλαδή να ανοίξουμε τον δρόμο και κάθε
κράτος να υπογράφει (να παίρνει τα χρήματα) και στη συνέχεια να διαγράφονται
οι υποχρεώσεις του. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στη διάλυση κάθε ένωση κρατών
και, βεβαίως, την ΕΕ.

Και τα έξι θέματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, χωρίς αυτό να σημαίνει
ότι δεν μπορούν να γίνουν ή ότι δεν γίνονται παρεμβάσεις στους επιμέρους τομείς.

Στον Πίνακα που παρατίθεται, παρουσιάζεται η εξέλιξη του προγράμματος βοήθειας
και διαπιστώνεται ότι η συνέχιση του προγράμματος είναι απολύτως κρίσιμη για
το τραπεζικό σύστημα και το ισοζύγιο πληρωμών. Από το σημείο αυτό εξάγεται η
κρισιμότητα για το χρόνο σύγκρουσης που αναπτύχθηκε στο προηγούμενο σημείωμα.

Σημείωση: Η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών έχει ενταχθεί στα
οφέλη της ελληνικής οικονομίας.

Το συνολικό ποσό που έχουμε λάβει και αναμένεται να λάβουμε από τα δύο προγράμματα
χρηματοδότησης του Μηχανισμού Στήριξης, τα οποία έχουν εφαρμοστεί μέχρι τώρα
στην Ελλάδα, είναι €229,5 δις (στήλη 1). Πιο συγκεκριμένα, από το 1ο πρόγραμμα
διάσωσης για την περίοδο 2010-2011 πήραμε συνολικά €64 δις. Από το πρόγραμμα
αυτό υπήρξε ένα ποσό €45 δις (€8 δις το Νοέμβριο του 2011 και €37 δις για το
2012), που δεν εκταμιεύθηκε και ενσωματώθηκε στο νέο πρόγραμμα για το 2012.
Από το 2ο πρόγραμμα διάσωσης έχουμε λάβει μέχρι στιγμής €75,65 δις και αναμένεται
να λάβουμε μέχρι το 2014 επιπλέον €88,85 δις.

Για τη στήριξη της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών, προβλέπεται να εισρεύσουν,
μέχρι τα μέσα του 2012 (μέχρι 25 Μαΐου 2012), €18 δις για την ανακεφαλαιοποίησή
τους (στήλη 6) και ακόμη €25 δις περίπου μέχρι το τέλος του χρόνου. Τα ποσά
αυτά προέρχονται από το πακέτο διάσωσης και στοχεύουν περισσότερο στην αποκατάσταση
της ευρωστίας των τραπεζών.

Έχουμε ελπίδες να προσδοκούμε περαιτέρω μείωση του χρέους μας; Περιέργως, ναι.
Όχι μόνο γιατί το ζητάμε εμείς, αλλά διότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι να γίνει αποδεκτό
από ευρωπαϊκής πλευράς. Και εξηγούμαι: Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, εάν ο
επίσημος τομέας της Ευρώπης εισέλθει για να διασώσει τους γνωστούς υπόπτους
–Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία–, θα το κάνει μεταφέροντας ιδιωτικά χρέη
(ιδιώτες, τράπεζες) προς τον δημόσιο τομέα (ESM), χωρίς δηλαδή PSI. Μα, τότε,
πού είναι η πραγματική διάσωση των χωρών αυτών; Πουθενά! Άρα, τι μπορεί να κάνει
ο ευρωπαϊκός επίσημος τομέας; Το πιο πιθανό είναι ότι θα εξετάσει την πιθανότητα
άμεσης ή έμμεσης μείωσης των χρεών των χωρών αυτών προς τους ευρωπαίους οfficials.
Η ίδια μεταχείριση αναμένεται και προς την ελληνική πλευρά.

Εξάλλου, έτσι συνεχίζεται η διαδικασία της απομόχλευσης (deleveraging) των
οικονομιών (που φέρνει, βεβαίως, μαζί της και τη μεγάλη ύφεση), αλλά και η μελλοντική
προοπτική ανάκαμψης.

Πολλοί Έλληνες παραβλέπουν ότι έχουμε πλήξει (κυρίως με τη δημοσιονομική διαχείριση
μέχρι το 2009 και τα περίεργα στατιστικά στοιχεία) δραματικά την ποιότητα της
επικοινωνίας μας με τους Ευρωπαίους. Υπάρχουν πολλοί, κυρίως στο εξωτερικό,
που ισχυρίζονται ότι η «εξαπάτηση» με τα στατιστικά στοιχεία ήταν πολύ σοβαρότερο
πρόβλημα από ό,τι το ύψος του δημόσιου χρέους όσον αφορά το ξέσπασμα της κρίσης.
Και με όλη αυτή την ένταση που δημιουργούμε τώρα κάνουμε ακριβώς το ίδιο πράγμα:
Επιδεινώνουμε την επικοινωνία μαζί τους. Αυτό όμως το ζήτημα του τόνου της απαίτησης
έχει δύο πλευρές. Από τη μία, όσο εντονότερη είναι τόσο περισσότερο αισθητή
γίνεται, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις της αρχής του σημειώματος.
Αλλιώς, δεν σου δίνουν μεγάλη σημασία. Από την άλλη, όσο περισσότερο κακός γίνεσαι
χωρίς θεμελίωση, τόσο λιγότερο αποτελεσματικός είσαι και τόσο πιθανότερο είναι
να βάλεις τη χώρα σε μεγάλη περιπέτεια. (Γι’ αυτό πάντοτε υποστήριζα ότι χρειάζεται
συμμαχική κυβέρνηση για να διαπραγματευθεί.)

Αφήσαμε τελευταία τα ζητήματα της διαρθρωτικής αλλαγής και του ηθικού κινδύνου.
Όσον αφορά τις διαρθρωτικές αλλαγές, αυτές αποτελούν την πηγή όλων των μαχών
στην ελληνική κοινωνία και οικονομία. Καμία, μα καμία πλευρά (Ευρωπαίοι, Κυβέρνηση,
Αντιπολίτευση) δεν σεβάστηκε αυτόν τον τομέα από τότε που άρχισε η διάσωση της
Ελλάδας.

Σε γενικές γραμμές, θα συμφωνήσουμε ότι:

α) Η διεθνής κοινότητα ουδέποτε είχε πρότερη
εμπειρία ταυτόχρονης εφαρμογής τόσο μεγάλου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής
και τόσο πολλών διαρθρωτικών αλλαγών σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Οι αγορές
(στις οποίες απευθύνονται τα προγράμματα αυτά) αξιολογούν πολύ λιγότερο τα διαρθρωτικά
μέτρα και πολύ περισσότερο την «πείνα» για νέα δανειακά κεφάλαια.

β) Ουδέποτε υπήρξε πολιτική εντολή να εφαρμοστεί
ένα τέτοιο πρόγραμμα, αλλά και όταν υπήρξε (6 Μαΐου) αυτή ήταν καταδικαστική.

γ) Τα ζητήματα ανταγωνιστικότητας, εξαιτίας
των ονομαστικών μισθών, έχει αναλάβει να «λύσει» η αγορά εργασίας μέσω της ανεργίας.

δ) Υπάρχουν πολλών ειδών διαρθρωτικά μέτρα:
Έτσι, η αναδιοργάνωση του τραπεζικού συστήματος, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας
της αγοράς προϊόντων ή η διασύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την παραγωγή
είτε έχουν καθυστερήσει υπερβολικά είτε απλώς ποτέ δεν υπήρξαν. Εξάλλου, διαρθρωτικά
μέτρα όπως το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων έχουν σχετικά μικρή και μακροχρόνια
απόδοση.

 Συνεπώς, το ζήτημα των διαρθρωτικών μέτρων μπορεί να επαναξιολογηθεί με βάση
την κρισιμότητα και την προτεραιότητα που έχει κάθε διαρθρωτική μεταβολή. Η
επιμήκυνση του χρόνου εφαρμογής δεν στερεί τίποτα από τη σημαντικότητά τους.
Άλλωστε, η απουσία κρίσιμων διαρθρωτικών μέτρων, όπως είναι κυρίως η στοχευμένη
μείωση του «κόστους συναλλαγών», η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των αγορών
προϊόντων και η διασύνδεση της παιδείας με την οικονομία κάνουν εξαιρετικά ελλιπές
και μονομερές το πρόγραμμα των διαρθρωτικών μεταβολών. Σε κάθε περίπτωση, είναι
πολύ ευκολότερο να εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα διαρθρωτικής μεταβολής υπό συνθήκες
ανάκαμψης, παρά βαθύτατης ύφεσης. Η θεωρία της πρόκλησης σοκ στην κοινωνία (αλλαγή
εν μέσω αρνητικής μεταβολής), και σωστή να ήταν, στην περίπτωση της Ελλάδας
έχασε σε ένα σημαντικό βαθμό την αξία της. Εξάλλου, και στον τομέα των διαρθρωτικών
αλλαγών αρκετοί δείκτες έχουν βελτιωθεί στην Ελλάδα.

 Αφήσαμε τελευταίο το ζήτημα του ηθικού κινδύνου. Ίσως γιατί είναι εξαιρετικά
σοβαρό (πιθανόν, το σοβαρότερο απ’ όλα). Ήδη η Ευρωπαϊκή Ένωση με την απόφαση
του Μαΐου 2010 (διάσωση της Ελλάδας και μετέπειτα διασώσεις), έκανε ένα βήμα
προς τη δημιουργία μίας Ένωσης Μεταφοράς Κεφαλαίων (Transfer Union) με υψηλή
ηθική «μόλυνση» που στη συνέχεια επεκτάθηκε στην Πορτογαλία και την Ιρλανδία.
Σ’ ένα πακέτο αναδιαπραγμάτευσης οι Ευρωπαίοι βλέπουν μία κίνηση αυξημένου κινδύνου
άρνησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διεθνείς υποχρεώσεις μίας χώρας-μέλους.
Αυτό θα έχει αρνητικές μεταδοτικές συνέπειες στις άλλες χώρες.

 Από την άλλη μεριά, η απαίτηση της ελληνικής πλευράς δεν απορρέει από το γεγονός
ότι επιθυμεί να αρνηθεί τις υποχρεώσεις της (όσο κι αν κάποιοι το βλέπουν και
έτσι), αλλά κυρίως από το γεγονός ότι το πρόγραμμα που εφαρμόστηκε προκάλεσε
μία άνευ προηγουμένου ύφεση, που ουδείς είχε εκτιμήσει και προετοιμαστεί γι’
αυτήν. Συνεπώς, μεγάλο μέρος της ευθύνης πέφτει και στην πρόχειρη προετοιμασία
του και στην περιορισμένη γνώση (άγνοια του μεγέθους των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών
κ.τ.λ.). Συμπερασματικά, υπάρχει σημαντικός χώρος για αλληλοκατανόηση και στα
σημεία αυτά.

Καθ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης