Το νησί του Πάσχα, μέρος της Πολυνησίας, στη μέση περίπου του Ειρηνικού Ωκεανού
(απέναντι από τη Χιλή, 2.300 μίλια) είναι γνωστό
για τα 397 και άλλα 393 υπό κατασκευή τεράστια ανθρωπόμορφα αγάλματα (το καθένα
από αυτά ζυγίζει από 10 έως 270 τόνους). Τα αγάλματα έχουν προϊστορική προέλευση
(1000-1600 π.X.) και έχουν φτιαχτεί από μία κοινωνία (15.000-30.000 άτομα) με
υψηλό επίπεδο οργάνωσης και λειτουργίας. Ελάχιστα δέντρα και ζώα υπάρχουν σήμερα
στο νησί. Επί τρεις αιώνες περίπου από τότε που ανακαλύφθηκε παραμένει μυστήριο
το πώς δημιουργήθηκαν τα αγάλματα αυτά από μια κοινωνία που στη συνέχεια ουσιαστικά
εξαφανίστηκε, χωρίς να υποστεί εξωτερική επιθετική ενέργεια και χωρίς να υποστεί
τις αρνητικές συνέπειες μιας κλιματικής αλλαγής.

Η ανθρωπολογική επιστήμη έχει πλέον τις απαντήσεις: πρόκειται ίσως για το ποιο
καθαρό παράδειγμα κοινωνίας που κατάστρεψε τον εαυτό της υπερεκμεταλλευόμενη
τους πόρους που διέθετε αφήνοντας πίσω της τα μνημεία της ουσιαστικής απόφασης
να καταστραφεί. Πολλοί βρίσκουν αναλογίες με σημερινές κοινωνίες που δεν παίρνουν
τελικώς τις απαραίτητες αποφάσεις διάσωσης και ανάπτυξης.

Πώς σκέφτονταν, όμως, οι κάτοικοι του Πάσχα, όταν έκοβαν το τελευταίο δένδρο
του νησιού τους για να εξυπηρετήσουν τη διαδικασία ανέγερσης των μνημείων τους;
Με άλλα λόγια, πώς ορισμένες κοινωνίες παίρνουν καταστροφικές αποφάσεις;

Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε πέντε στάδια που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε
καταστροφική απόφαση μία κοινωνία ή μια ομάδα λήψης αποφάσεων γενικότερα.

α) Η κοινωνία ενδέχεται να αποτύχει να προβλέψει το πρόβλημα, προτού αυτό
καταφθάσει. Αυτό μπορεί να οφείλεται: 1) στην έλλειψη προηγούμενης εμπειρίας
από παρόμοια προβλήματα, συνεπώς δεν υπάρχει ευαισθητοποίηση απέναντι στην
πιθανότητα να επισυμβεί το πρόβλημα και 2) στη δημιουργία λανθασμένων αναλόγων,
οπότε η κοινωνία οδηγείται σε απόλυτα λανθασμένα συμπεράσματα.

β) Η κοινωνία αποτυγχάνει να κατανοήσει το πρόβλημα όταν αυτό έχει εκδηλωθεί.
Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις λόγοι που μπορεί να συμβεί αυτό: 1) τα πραγματικά
αίτια του προβλήματος δεν είναι άμεσα ορατά, 2) αυτοί που παίρνουν αποφάσεις
δεν βρίσκονται κοντά στο πρόβλημα και 3) το πρόβλημα επισυμβαίνει με μία χαμηλή
τάση εξέλιξης με υψηλές και χαμηλές κορυφώσεις, γεγονός που συσκοτίζει την
προοπτική εξέλιξης.

γ) Παρόλο που η κοινωνία αντιλαμβάνεται το πρόβλημα, αποτυγχάνει ακόμα και
να επιχειρήσει να το λύσει. Ο βασικότερος λόγος είναι η μη λογική συμπεριφορά
που προέρχεται κυρίως από τη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας.
Αυτό συμβαίνει πρωτίστως διότι η επίλυση του προβλήματος απλούστατα δεν θα
οδηγήσει όλους σε μία κατάσταση καλύτερη από την ισχύουσα. Μια ειδική κατηγορία
παρόμοιου προβλήματος είναι η λεγόμενη «τραγωδία των κοινών πόρων» (Ostrom,
1990). Οι κοινοί πόροι πολύ δύσκολα μπορούν να ενταχθούν σε μια λογική διαχείρισής
τους. Ένα δεύτερο ειδικό πρόβλημα είναι αυτό που σχετίζεται με τη σύγκριση
βραχυχρόνιων και μακροχρόνιων στόχων.

δ) Παρόλο που η κοινωνία αντιλαμβάνεται το πρόβλημα και παρόλο που επιχειρεί
να το λύσει, το σύστημα αξιών και στερεοτύπων που διαθέτει δεν της επιτρέπει
να βρει διέξοδο για την επίλυσή του.

ε) Τέλος, μπορεί η κοινωνία σωστά να ανέμενε την εκδήλωση του προβλήματος,
εγκαίρως και σωστά να προσπάθησε να το επιλύσει, κατάφερε να ξεπεράσει τα
εσωτερικά προβλήματα συγκρούσεων, αλλά παρόλα αυτά απέτυχε να δώσει την ορθή
λύση, γιατί απλούστατα το πρόβλημα είχε τέτοιες διαστάσεις που ξεπερνούσε
τις ικανότητες της κοινωνίας να το λύσει. Επίσης, θα μπορούσε να είναι τόσο
ακριβή η επίλυσή του που δεν θα ήταν δυνατόν για την κοινωνία να διαθέσει
τους απαραίτητους πόρους.

Και μόνο η ανάγνωση των πιθανών εναλλακτικών καταστάσεων που δημιουργεί το
υπόβαθρο λήψης των κοινωνικών αυτών αποφάσεων δείχνει ότι το μέλλον μπορεί να
γίνει εξαιρετικά πολυσύνθετο.

Από την εισαγωγή του βιβλίου του Π.Ε. Πετράκη με τίτλο The
Greek Economy and
the Crisis. Challenges
and Responses
που
εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Springer το Δεκέμβριο του 2011 και από την Quaestor
για την ελληνική γλώσσα (Η Ελληνική Οικονομία και η Κρίση: Προκλήσεις
και προοπτικές
). Η εισαγωγή αυτή γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2010.

Καθ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης