Τα παρακάτω στοιχεία προέρχονται από την Επιδημιολογική Μελέτη της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας, που πραγματοποιήθηκε το 2005 με την υποστήριξη της Colgate.

Διεθνώς η τερηδόνα μετράται με τους σύνθετους δείκτες DMFT1 και DMFS2. Ο πρώτος δείκτης, με βάση τα στοιχεία της έρευνας, πήρε για τη χώρα μας και για κάθε περιοχή εξέτασης τις τιμές που εμφανίζονται στο Σχήμα 1 και στο Σχήμα 2.

Οι περιοχές που ο σχετικός δείκτης παίρνει τις μεγαλύτερες τιμές είναι ο Νομός Ιωαννίνων τόσο για τους ενήλικες όσο και για τα παιδιά (κυρίως στις ηλικιακές ομάδες 5, 12 και 35-44 ετών), ο Νομός Αχαΐας για την ηλικιακή ομάδα των 15 ετών και η Θεσσαλονίκη στην ηλικιακή ομάδα 65-74 ετών. Στον αντίποδα, οι μικρότερες τιμές καταγράφονται στην Αθήνα (ηλικιακές ομάδες 15 και 35-44 ετών), στη Θεσσαλονίκη (ηλικιακές ομάδες 5 και 12 ετών) και στη Νάξο (ηλικιακή ομάδα 65-74). Η πολύ χαμηλή τιμή του DMFT στη Νάξο δεν μπορεί να αξιολογηθεί λόγω του μικρού αριθμού των ατόμων (10 άτομα), στα οποία προσδιορίστηκε ο δείκτης στη συγκεκριμένη περιοχή.

Τα επιμέρους στοιχεία του δείκτη για όλες τις ηλικιακές ομάδες της έρευνας παρουσιάζονται στον πίνακα 1.

Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας με τη μελέτη του Π.Ο.Υ. που πραγματοποιήθηκε το 1985, προκύπτει ότι οι δείκτες της τερηδόνας για τις ηλικίες των παιδιών βρέθηκαν βελτιωμένες σε σχέση με το παρελθόν. Παρόλα αυτά όμως μετά την ηλικία των 12 ετών χειροτερεύουν τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και σε ποσοστό παιδιών ελεύθερων τερηδόνας. Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές των δεικτών της τερηδόνας συνδέονται θετικά με την ηλικία και χειροτερεύουν δραματικά μέχρι τους ενήλικες όπου εξισώνονται με τους δείκτες παρελθόντων ετών (1985). Έτσι αν στα 5 χρόνια το 57,2% είναι ελεύθερο τερηδόνας, στα 12 χρόνια το αντίστοιχο ποσοστό γίνεται 37,1% και στα 15 χρόνια 28,9%.

Από την παρούσα επιδημιολογική έρευνα προκύπτει ακόμα ότι ο μισός περίπου πληθυσμός του δείγματος, με μικρές διαφορές ανά ηλικιακή ομάδα, έχει ανάγκη θεραπείας της τερηδόνας. Υψηλότερα ποσοστά παρατηρήθηκαν στον αγροτικό πληθυσμό και στα παιδιά των οποίων οι γονείς είχαν χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Επίσης με την αύξηση της ηλικίας όλο και λιγότερα παιδιά είναι «ελεύθερα τερηδόνας», ενώ καταγράφονται και διαφορές στα ποσοστά μεταξύ παιδιών από αγροτικές και αστικές περιοχές, ιδιαίτερα στην ηλικία των πέντε ετών. Δηλαδή ο αριθμός των παιδιών που κρίνονται ελεύθερα τερηδόνας είναι μεγαλύτερος στις αστικές περιοχές απ’ ότι στις αγροτικές και προφανώς συνδέεται περισσότερο με κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες.

Συγκρίνοντας την Ελλάδα με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρατηρούμε στο Σχήμα 7 και στο Σχήμα 8 ότι αν και η Ελλάδα για τα 5χρονα είναι στην 9η θέση, για τα 12χρονα πέφτει κατακόρυφα και βρίσκεται μαζί με την Ιταλία στην τελευταία θέση μεταξύ των 15 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πριν την τελευταία διεύρυνση) και 15η μεταξύ των 25 εταίρων μας στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ένας άλλος δείκτης πολύ σημαντικός που καταμετρά το βαθμό της παρεχόμενης ή μη θεραπείας είναι ο δείκτης Care Index (CI) ή δείκτης θεραπείας. Σύμφωνα με το Σχήμα 9, ένα μεγάλο μέρος των αναγκών μένει χωρίς θεραπεία με το δείκτη να είναι πολύ μικρός ιδιαίτερα στις δύο ακραίες ηλικιακές ομάδες, τα παιδιά 5 ετών και τους ενήλικες 35-44 ετών.

Όσον αφορά τους επιμέρους δείκτες, δηλαδή τον DT (αριθμός τερηδονισμένων δοντιών), FT (αριθμός εμφραγμένων δοντιών) και MT (αριθμός δοντιών που έχουν εξαχθεί λόγω τερηδόνας), τα σχετικά ευρήματα για τους ενήλικες παρουσιάζονται στα τρία επόμενα σχήματα. Στο Σχήμα 10 παρουσιάζεται η μέση τιμή του δείκτη DT κατά επίπεδο εκπαίδευσης και εισόδημα για τις δύο ομάδες των ενηλίκων και προκύπτει αρνητική συσχέτιση μεταξύ αυτού και του επιπέδου εκπαίδευσης και μηνιαίου εισοδήματος. Δηλαδή, όσο αυξάνεται το εισόδημα και η εκπαίδευση του ατόμου τόσο ο συγκεκριμένος δείκτης παίρνει μικρότερες τιμές δηλαδή μειώνεται ο αριθμός των τερηδονισμένων δοντιών. Για παράδειγμα η ομάδα αναλφάβητοι/δημοτικού ηλικίας 35-44, έχουν κατά μέσο όρο 2,68 τερηδονισμένα δόντια, ενώ εκείνα με ανώτερη/ανώτατη εκπαίδευση της ίδιας ηλικιακής ομάδας έχουν μόνο 1,28.

Τα ευρήματα σχετικά με τον αριθμό των εμφραγμένων δοντιών (δείκτης FT) δείχνουν επίσης ότι υπάρχει θετική συσχέτιση του δείκτη με το μηνιαίο εισόδημα και το επίπεδο εκπαίδευσης. Όσο δηλαδή αυξάνεται το μηνιαίο εισόδημα και το  επίπεδο εκπαίδευσης, αυξάνεται και η δυνατότητα αναζήτησης θεραπείας και ο αριθμός των εμφραγμένων δοντιών (Σχήμα 11). Για παράδειγμα, οι αναλφάβητοι/δημοτικού, ηλικίας 65-74 είχαν κατά μέσο όρο 2,11 εμφραγμένα δόντια, όταν το αντίστοιχο νούμερο για τα άτομα ανώτερης/ανώτατης εκπαίδευσης ήταν υπερδιπλάσιο (5,06). Αυτό υποδηλώνει ότι τα άτομα χαμηλότερου οικονομικού και εκπαιδευτικού επιπέδου, δεν καλύπτουν ή αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες τους, σε ποσοστό υποδιπλάσιο των ατόμων με υψηλότερο οικονομικό και εκπαιδευτικό επίπεδο.

Το παραπάνω συμπέρασμα ενισχύεται από το γεγονός ότι τα άτομα χαμηλού εισοδήματος εκτός του ότι έχουν λιγότερα εμφραγμένα δόντια, έχουν και περισσότερα εξαχθέντα δόντια λόγω τερηδόνας, όπως φαίνεται στο Σχήμα 12. Έτσι για παράδειγμα, οι αναλφάβητοι/δημοτικού, ηλικίας 65-74 ετών είχαν κατά μέσο όρο 17, 69 εξαχθέντα λόγω τερηδόνας δόντια, όταν το αντίστοιχο νούμερο για τα άτομα ανώτερης/ανώτατης εκπαίδευσης ήταν 13, 26. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι τα άτομα χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, όχι μόνο έχουν περισσότερες αθεράπευτες ανάγκες αλλά και η θεραπεία που ακολουθούν όταν την επιζητούν είναι η χειρότερη (εξαγωγές) ως οικονομικότερη.

Στο σχετικό ιστόγραμμα αποτύπωσης του δείκτη MT κατά ηλικιακή ομάδα και περιοχή (Σχήμα 13), βλέπουμε ότι στην ηλικιακή ομάδα 35-44 ετών η Αθήνα εμφανίζει το χαμηλότερο δείκτη απώλειας δοντιών (3,29) και τα Ιωάννινα τον υψηλότερο (7,14). Αντίστοιχα για την ηλικιακή ομάδα 65-74 ετών οι ακραίες τιμές του δείκτη καταγράφονται στην Νάξο (8,9 δόντια) και στη Θεσσαλονίκη (21 δόντια).

health.in.gr