Είναι πολύ δύσκολο να τοποθετηθεί
κανείς απέναντι σ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω του (ασκούμενες πολιτικές) παίρνοντας
θέση θετική, αρνητική ή ουδέτερη. Αυτό ισχύει διότι: α) ζούμε στη μεγαλύτερη
οικονομική κρίση που έπληξε ποτέ την ελληνική οικονομία ή, με άλλα λόγια, στη
μεγαλύτερη κρίση που έπληξε ποτέ οποιαδήποτε ανεπτυγμένη οικονομία (εξακολουθούμε
να είμαστε η 34η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο κατά κεφαλήν – στοιχεία 2011),
και β) η κρίση –αυτή καθεαυτήν– είναι εξαιρετικά περίπλοκη, αφού οι επιπτώσεις
της επεκτείνονται πολύ πέραν των ελληνικών συνόρων, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και
σε όλο τον κόσμο. Η περιπλοκότητά της έγκειται, βεβαίως, και στο γεγονός ότι
την ίδια στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη –σε πολύ ηπιότερες όμως διαστάσεις– μία
ευρωπαϊκή κρίση, ενώ οι ΗΠΑ αγκομαχούν να βγουν από την ύφεση στην οποία βρίσκονται.

Στο Διάγραμμα 1 έχουν αποτυπωθεί
τα μείζονα βασικά προβλήματα που είναι ενεργά στην ελληνική οικονομία. Το μείζον
θέμα είναι το πρόβλημα του δημόσιου χρέους. Μαζί με αυτό και το πρόβλημα της
ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Εξάλλου, στην ελληνική οικονομία έχει δημιουργηθεί
ένα σοβαρότατο πρόβλημα πραγματικής οικονομίας με μία βαθύτατη ύφεση. Συγχρόνως,
παρατηρείται δημογραφική κατάρρευση και μια ευρύτερη απώλεια ανταγωνιστικότητας
υπέρ των πολύ φθηνών και άρα ανταγωνιστικότερων γειτόνων μας και, γενικότερα,
υπέρ χωρών που βρίσκονται πιο ανατολικά.

Παράλληλα, η Ευρώπη έχει να επιλύσει
σοβαρότατα προβλήματα κατεύθυνσης: Θα ενοποιηθεί περισσότερο ή θα αναδιαρθρωθεί;
Πώς θα αντιμετωπίσει τα ζητήματα οικονομικής πολιτικής στις χώρες με υψηλή οικονομική
δραστηριότητα (κέντρο), σε αντιδιαστολή με την ύφεση στην περιφέρεια; Πώς θα
διαχειριστεί το πρόβλημα χρέους στην Ισπανία και την Ιταλία;

Διάγραμμα 1. Μείζονα ενεργά
προβλήματα
.

Τι αντιμετωπίζουμε, λοιπόν, ως
πολίτες; Καλούμαστε, για παράδειγμα, να κρίνουμε την πολιτική διάσωσης της χώρας
και των τραπεζών από την απομείωση του χρέους. Επειδή, όμως, πιεζόμαστε από
την πραγματικότητα της οικονομίας με την ύφεση και την ανεργία ή από το γεγονός
ότι, ενώ διασώζονται οι μέτοχοι των τραπεζών, δεν διασώζονται και οι μέτοχοι
των ασφαλιστικών ταμείων, αναπτύσσουμε αρνητική στάση απέναντι στην απομείωση
του χρέους. Αυτό, ωστόσο, είναι ένα παράλογο συμπέρασμα. Η μείωση του χρέους
δεν μπορεί παρά να είναι πάντοτε θετικό γεγονός. Με τις πολιτικές που τη συνοδεύουν
ενδέχεται να μη συμφωνούμε. Ή με άλλες να συμφωνούμε και με άλλες όχι. Άλλο,
όμως, πράγμα είναι να διαφωνεί κανείς με την πολιτική απομείωσης του χρέους
και άλλο να είναι αντίθετος με ένα συγκεκριμένο πακέτο που τη συνοδεύει. Η πρώτη
θέση οδηγεί εκτός ευρώ, ενώ η δεύτερη εντός ευρώ με ισχυρή εναντίωση στην εφαρμοζόμενη
πολιτική. Σήμερα, διαφωνούμε με αυτήν, αύριο ίσως να συμφωνήσουμε. Αυτές είναι
δύο πολύ διαφορετικές στάσεις απέναντι στα προβλήματα. Δεύτερο παράδειγμα: Ενώ
έχουμε ύφεση και άρα χρειαζόμαστε ενίσχυση της ζήτησης, αναγκαζόμαστε να μειώσουμε
τις συντάξεις των επικουρικών ταμείων που πιέζονται και από τις δημογραφικές
εξελίξεις. Τα δύο όμως προβλήματα (ύφεση και δημογραφική εξέλιξη) στο βραχυχρόνιο
ορίζοντα είναι, αρχικά τουλάχιστον, άσχετα μεταξύ τους. Έτσι φορτώνουμε το πακέτο
διάσωσης με τη μείωση των Επικουρικών. Στο βαθμό, βεβαίως, που τα Επικουρικά
πιέζονται από την ανεργία, η ευθύνη του πακέτου διάσωσης είναι ακέραια. Για
να έχουμε, επομένως, μία καθαρή στάση θα πρέπει να πληροφορηθούμε σε τι ποσοστό
ευθύνεται το δημογραφικό για το πρόβλημα των Επικουρικών και σε τι ποσοστό η
ύφεση.

Σκεφτήκαμε ποτέ τα μείζονα προβλήματα
που αναπτύσσονται γύρω από την ευρωπαϊκή ενοποίηση; Θα μπορέσει να μείνει ενωμένη
η Ευρώπη; Και αν ναι, με ποια κατεύθυνση εξέλιξης; Τι σημαίνουν οι διασώσεις
της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας για τη διαδικασία της ενοποίησης;
Μήπως αυτές οι διασώσεις δημιούργησαν και έντονες κεντρόφυγες δυνάμεις στο ευρωπαϊκό
οικοδόμημα; Βεβαίως θέλαμε τη διάσωση του Νότου, αλλά πώς επηρεάστηκε το μέλλον
της Ευρώπης από αυτήν;

Έτσι η στάση μας ως πολίτες απέναντι
στις εξελίξεις γίνεται πολυσύνθετη (όπως, εξάλλου, και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε).
Κρίνουμε την εξέλιξη των πραγμάτων παίρνοντας θέση στο ένα ζήτημα, έχοντας όμως
ως κριτήριο την αντίληψή μας για το άλλο. Από το σημείο αυτό πηγάζει μια σύγχυση
στάσεων και συμπεριφορών, μέσα στην οποία μάταια το άτομο ψάχνει να βρει απλές
διαχειριστικές γραμμές για να οριοθετήσει τη συμπεριφορά του. Από το σημείο
αυτό πηγάζει και μία πολυπλοκότητα πολιτικών εκφράσεων (πολυκομματισμός) που
έχει μάλιστα την πολυτέλεια να μην τοποθετείται κατά τρόπο απλό και κατανοητό:
Μέσα ή έξω από το ευρώ; Θέλουμε να ανήκουμε στην Ευρωπαϊκή Οικογένεια ή καλοβλέπουμε
με το ένα μάτι μας κάτι άλλο (που δεν ξέρουμε ή δεν λέμε μάλιστα τι είναι αυτό);

Εάν είμαστε ξεκάθαρα θετικοί απέναντι
στο ευρώ, ποιες είναι οι ελπίδες μας και ποιες οι υποχρεώσεις μας; Μήπως το
ευρώ σημαίνει ασφάλεια και ισορροπία, αλλά και ανεργία; Και εάν διαλέγουμε αυτόν
το δρόμο τι απαιτείται για να ανατραπούν τα αρνητικά συμπτώματα μίας παρόμοιας
επιλογής; Τις απαντήσεις, πάντως, δεν θα τις βρούμε ενώ είμαστε σε σύγχυση σχετικά
με το τι κρίνουμε και ποια κριτήρια χρησιμοποιούμε. Όσο επικρατεί σύγχυση τόσο
επιλέγεται ως στάση ζωής η αβεβαιότητα που είναι το τελικό αποτέλεσμα κάθε ανάσχεσης
της δημιουργικότητας. Διότι, όπως έγραψε και ο Τσέχωφ στο «Θείο Βάνια», ο άνθρωπος
τελικά έχει την τάση να προτιμά την αβεβαιότητα από την αλήθεια, γιατί έτσι
διατηρεί την ελπίδα (της επιστροφής στο παρελθόν που νοσταλγούμε). Ωστόσο, μόνο
το Μέλλον υπάρχει.

 

Π.Ε. Πετράκης

Καθηγητής ΕΚΠΑ

Καθ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης