Οι διαφορές σε ανταγωνιστικότητα μεταξύ των οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και ειδικότερα μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης) αποτελούν καθοριστικό δείκτη για τις προοπτικές κάθε οικονομίας. Ουσιαστικά, καταδεικνύουν σε ποιο βαθμό μπορεί το ελληνικό σύστημα παραγωγής να ανταγωνίζεται τα εξωτερικά συστήματα παραγωγής σε δύο δραστηριότητες: α) στην εξαγωγική δυνατότητα προϊόντων και υπηρεσιών, β) στην εισαγωγική διείσδυση στην ελληνική οικονομία.

Συνεπώς οι διαφορές στην ανταγωνιστικότητα καταδεικνύουν τη δυνατότητα του παραγωγικού συστήματος να απασχολεί σήμερα και στο μέλλον τους βασικούς παραγωγικούς συντελεστές κατά τρόπο αποτελεσματικό. Κατ’ επέκταση, δηλώνει τη δυνατότητα ενός παραγωγικού συστήματος να είναι σε θέση να προσελκύσει την επενδυτική δραστηριότητα είτε αυτή αναφέρεται στο κεφάλαιο, είτε στην εργασία, είτε στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Σε μια οικονομία η κυριότερη εκδήλωση της ανταγωνιστικότητας εκφράζεται στο έλλειμμα (ή πλεόνασμα) του ισοζυγίου προϊόντων και υπηρεσιών, το οποίο συνοψίζει και τις εξαγωγικές επιδόσεις και τις επιδόσεις στην κάλυψη της εσωτερικής ζήτησης.

Υπάρχει μία σειρά από δείκτες που εκφράζουν την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας. Ένας από τους σημαντικότερους είναι το Ονομαστικό Μοναδιαίο Κόστος Εργασίας. Το Ονομαστικό Μοναδιαίο Κόστος Εργασίας (Nominal Unit Labor Cost) υπολογίζεται ως ονομαστικός μισθός ανά εργαζόμενο διαιρούμενο με την παραγωγικότητα της εργασίας.

Εκφράζει τη δυνατότητα της οικονομίας να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά το συντελεστή «εργασία». Από τον υπολογισμό του όμως είναι προφανές ότι επηρεάζεται:

α)     από τους ονομαστικούς μισθούς

β)     από τις τιμές

γ)     όταν γίνονται διεθνείς συγκρίσεις από τη συναλλαγματική ισοτιμία και το έτος αναφοράς

δ)     από την παραγωγικότητα

ε)   από τη διάρθρωση της οικονομίας και της αγοράς εργασίας

[Έτσι μια οικονομία που έχει ένα μεγάλο μέρος αυτοαπασχολούμενων (όπως και η ελληνική) που παράγουν υπηρεσίες, οι οποίες μόνο κατά την εξέλιξη της τιμής τους επηρεάζουν τους δείκτες ανταγωνιστικότητας, έχει μικρότερες δυνατότητες εκπροσώπησης στους δείκτες της ανταγωνιστικότητας που στηρίζονται στην αμοιβή εργασίας. Εάν επίσης έχει έναν μεγάλο χαμένο (από πλευράς ανταγωνιστικότητας) τομέα όπως ο αγροτικός, τότε μάλλον έχει χάσει και τη μάχη στην ανταγωνιστικότητα χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι για τους μισθούς (!) στον τομέα των υπηρεσιών.]
στ)   από το μη-εργασιακό κόστος της παραγωγής: φόροι, ασφαλιστικές εισφορές, διοικητικά κόστη της οικονομίας κ.τ.λ.

Καταλαβαίνει κανείς ότι η διαμόρφωση του Ονομαστικού Μοναδιαίου Κόστους Εργασίας είναι εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία και πρακτικά εκφράζει σχεδόν όλη την κατάσταση μιας οικονομίας (και όχι μόνο τους μισθούς!).

Συνεπώς, ο ρυθμός μεταβολής του ονομαστικού μισθού είναι η κρίσιμη μεταβλητή. Ας δούμε, λοιπόν, πώς διαμορφώθηκε ο ρυθμός μεταβολής του ονομαστικού μισθού σε ΗΠΑ, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα και Γερμανία την περίοδο 1998-2010.

Διάγραμμα 1: Συνεισφορά στη συνολική μεταβολή των μισθών.
 

Πηγή: Peeters, Marga and Den Reijer, Ard, «On wage formation, wage flexibility and wage coordination: A focus on the wage impact of productivity in Germany, Greece, Ireland, Portugal, Spain and the United States», MPRA Paper No. 31102.

Φαίνεται πολύ καθαρά ότι, ενώ στη Γερμανία το 40% της διαμόρφωσης του ρυθμού μεταβολής των ονομαστικών μισθών οφείλεται στην παραγωγικότητα, στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 5%.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα; Δεν δουλεύουν αρκετά οι Έλληνες; Τα τελευταία στοιχεία του ΟΟΣΑ που αναφέρονται στο 2008 δείχνουν ότι οι Έλληνες εργάζονται κατά μέσο όρο περισσότερες ώρες ανά έτος από τους εργαζόμενους στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης και τις χώρες του ΟΟΣΑ.

Διάγραμμα 2: Μέσος όρος ωρών εργασίας ανά έτος.
 

Πηγή: ΟΟΣΑ.
* Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ αναφέρεται στο έτος 2000, αντί στο 1998.

Συμπέρασμα:
Οι Έλληνες δουλεύουν (αυτοί που δουλεύουν) πιο εξοντωτικά (2.050 ώρες το χρόνο) από τους περισσότερους συναδέλφους τους (1.402 ώρες το χρόνο οι Γερμανοί!). Παρόλα αυτά η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων που παράγουν είναι χαμηλή. Διότι οι τιμές ανεβαίνουν συνεχώς (από το 2000 έχουμε τον υψηλότερο πληθωρισμό αθροιστικά) (Διάγραμμα 3) και το μη-μισθολογικό κόστος είναι εξαιρετικά υψηλό. Παράλληλα, δεν πραγματοποιούνται και επενδύσεις που να ανεβάζουν την παραγωγικότητα της εργασίας (!).

Διάγραμμα 3: Σωρευτική διαφορά μεταξύ του πληθωρισμού επιλεγμένων χωρών και του πληθωρισμού της Γερμανίας (cummulative inflation rate differential) για την περίοδο 1999-2010.

 
Πηγή: Eurostat

Τότε, γιατί η Οικονομική Πολιτική και η Τρόικα επιμένουν να μειωθούν οι μισθοί; Διότι, αν δεν κάνουν κάτι σύντομα για τα κέρδη των επιχειρήσεων, δεν θα συγκεντρώνουν μόνο τη δυσφορία των εργαζομένων αλλά και τη δυσφορία των επιχειρηματιών (!) λόγω της συρρίκνωσης των κερδών (εξαιτίας της ύφεσης που έχει προκληθεί). Με άλλα λόγια, θα εξαφανιστεί ο λόγος για τον οποίο ήλθαν στην Ελλάδα, δηλαδή να συμβάλουν στη διατήρηση του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος.

Ας αφήσουν το σύστημα να ισορροπήσει. Έτσι κι αλλιώς, η αύξηση της ανεργίας (βλ. και το Διάγραμμα 1) έκανε και θα κάνει τη δουλεία της, μειώνοντας τους ονομαστικούς μισθούς:
Τι θέλουν και τις παρεμβάσεις;

Καθ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης