Οι τωρινές εξελίξεις στην Ευρώπη και την ελληνική οικονομία καθορίζονται με βάση την πρόθεση της ελληνικής πλευράς και των συνεταίρων της να επιτύχουν στη δημοσιονομική διαχείριση πρωτογενή πλεονάσματα μέσα στο 2012. Τότε, όπως δήλωσε η κ. Μέρκελ, θα έχει νόημα η συζήτηση για διαγραφή μέρους ή όλου του χρέους.

Φαίνεται λοιπόν ότι μία προοπτική με σοβαρές πιθανότητες υλοποίησης κατά τους επόμενους μήνες (μέσα στο 2012) είναι η ακόλουθη: Υπό κανονικές συνθήκες ολοκληρώνεται η ανταλλαγή των ελληνικών ομολόγων, επιτυγχάνονται πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα και προχωρούν οι δανειστές σε απομείωση (μέχρι 50%) του δημόσιου χρέους της Ελλάδος. (Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι εύκολο να υλοποιηθεί, αλλά ας δεχτούμε ότι θα πραγματοποιηθεί.) Αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε πλέον εθνικό έλλειμμα της τάξης των €6 δισ.! (Σχεδόν το μικρότερο έλλειμμα στον αναπτυγμένο κόσμο!)

Άρα για να εξυπηρετούμε το νέο (περιορισμένο κατά 50% – 60%) χρέος μας, θα πρέπει να γίνει μία καινούργια προσαρμογή της τάξης των €4-6 δισ. (εάν δεχτούμε ότι η οικονομική δραστηριότητα θα ανακάμψει έστω και ελαφρά). Ας υποθέσουμε όμως πως βρίσκουμε τα €4-6 δισ.!

Μπορούμε ως χώρα, ως μοντέλο ανάπτυξης, να συνεχίσουμε να ζούμε σε μία τόσο ανταγωνιστική οικονομία όπως είναι η Ευρωζώνη, έστω και αν τακτοποιήσουμε πλήρως (όπως καμία άλλη χώρα) τα δημοσιοοικονομικά μας; Οπότε εμφανίζεται το Μεγάλο Δίλημμα για την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα: Θα προσαρμοστούμε ή όχι στις ανταγωνιστικές συνθήκες λειτουργίας μιας προηγμένης οικονομίας,  όπως είναι αυτές που υπάρχουν στην Ευρωζώνη;

Ας μη γίνει όμως καμία παρεξήγηση: Συζητάμε για την άρνηση του κρατισμού και του διοικητικού επιμερισμού του οικονομικού πλεονάσματος στα πλαίσια όμως ρυθμιζόμενων αγορών. Διότι, εάν περιμένουμε το ανά μονάδα κόστος εργασίας (το Unit Labor Cost) της Ελλάδος να επιστρέψει στη σχέση του με αυτό της Γερμανίας το 2000, τότε θα μιλάμε για ονομαστικούς μισθούς 20% κάτω από τα επίπεδα του 2010!

Έστω ότι κάναμε τη μείωση αυτή. Τη δεκαετία 2000-2010 οι Γερμανοί έκαναν μία μεγάλη διαρθρωτική μεταβολή στην οικονομία τους που «παράγει» ανταγωνιστικότητα. Άρα και να φέρουμε πίσω τους μισθούς μας, δεν μπορούμε να διατηρήσουμε το πλεονέκτημα του χαμηλού εργασιακού κόστους μεσομακροπρόθεσμα!

Είναι λοιπόν προφανές ότι χρειάζεται να σκεφτούμε πιο δημιουργικά και να υιοθετήσουμε όλες τις μορφές βελτίωσης της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας της οικονομίας. Μείωση της αβεβαιότητας και του κόστους λειτουργίας της οικονομίας και ταυτόχρονη βελτίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου. Με τον τρόπο αυτό θα έλθουν και οι αναγκαίες επενδύσεις. Όλες οι συνθήκες αυτές θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και το ΑΕΠ της Ελλάδος και θα συρρικνώσουν ταχύτερα το ελληνικό κόστος ανά μονάδα εργασίας. Μία παρόμοια απόφαση από την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα αναμφισβήτητα οδηγεί σε ένα πολύ μεγαλύτερο (αλλά όχι ανεξέλεγκτο) ρόλο στην αγορά (που έτσι κι αλλιώς τα όρια της αποτυχίας της είναι ορατά σε διεθνές και εγχώριο επίπεδο) και περιορίζει το έργο και τα καθήκοντα των διαχειριστών της εξουσίας (που παράλληλα είναι και διανομείς του πλούτου).

Επομένως τίθεται το ερώτημα αν είναι προτιμότερο να μείνουμε πάνω στον «Τιτανικό», με το πολύ γνωστό αποτέλεσμα, με το προσωπικό που διαχειρίζεται την εξουσία να έχει ένα πολύ σοβαρό ρόλο και αποστολή. Αυτός είναι ο Μεγάλος Πειρασμός του προσωπικού που αναμειγνύεται στη διαχείριση της εξουσίας. Σημειωτέον ότι ο «Τιτανικός» (που ουδέποτε σώθηκε) είχε μία και μοναδική κατεύθυνση: το παγόβουνο. Προτείνω να περάσουμε στο «Καρπάθια» το πλοίο που έσωσε τους επιβάτες του «Τιτανικού».

Καθ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης